Σελίδες

Πέμπτη 8 Φεβρουαρίου 2018

Ανάταση

Κάρολος Μποντλέρ
 από Τα Άνθη του Κακού



Ανάταση

Πάνω από λίμνες, θάλασσες, πάνω απ' τις λαγκαδιές,
πάνω απ' τα δάση, τα βουνά, τα νέφη, τους αγέρες,
πάνω απ' τον ήλιο το χρυσό, πάνω από τους αιθέρες,
και πάνω από τις κάταστρες των κόσμων τις γραμμές,


ω Σκέψη μου, ανυψώνεσαι, πλανιέσαι φτερωτή,
και σαν καλός κολυμπητής μες το νερό ως λιγώνεις,
με μια αναγάλια, τ' ουρανού τα τρίσβαθα αυλακώνεις
και με μια πρωτονόητη κι αντρίκειαν ηδονή.


Πέτα από τα μιάσματα της νέκρας μακριά·
πήγαινε να καθαριστείς στον πιο αψηλόν αγέρα,
και πιες σαν καθαρό πιοτό και θεϊκό εκεί πέρα,
τη φλόγα που λαμπρόφωτη τ' άπειρο πλημμυρά!


Πέρα απ' την πλήξη τη στυγνή, τη θλίψη την τρανή,
που βάρος φέρνουνε φριχτό στη σκοτεινή μας ζήση,
καλότυχος όποιος μπορεί να γοργοφτερουγίσει,
και στη γαλήνιαν έκταση να πάει τη φωτεινή!


Όποιος, με σκέψεις που 'χουνε φτερά κορυδαλλών,
προς τα ουράνια λεύτερα κάθε πρωί πετάει,
που πάνω απ' τη ζωή τραβά κι ανάκοπα γρικάει,
το μίλημα των άφθονων κόσμων και των ανθών!





 Charles Baudelaire's
Fleurs du mal 

Élévation

Au-dessus des étangs, au-dessus des vallées,
Des montagnes, des bois, des nuages, des mers,
Par delà le soleil, par delà les éthers,
Par delà les confins des sphères étoilées,

Mon esprit, tu te meus avec agilité,
Et, comme un bon nageur qui se pâme dans l'onde,
Tu sillonnes gaiement l'immensité profonde
Avec une indicible et mâle volupté.

Envole-toi bien loin de ces miasmes morbides;
Va te purifier dans l'air supérieur,
Et bois, comme une pure et divine liqueur,
Le feu clair qui remplit les espaces limpides.

Derrière les ennuis et les vastes chagrins
Qui chargent de leur poids l'existence brumeuse,
Heureux celui qui peut d'une aile vigoureuse
S'élancer vers les champs lumineux et sereins;

Celui dont les pensers, comme des alouettes,
Vers les cieux le matin prennent un libre essor,
— Qui plane sur la vie, et comprend sans effort
Le langage des fleurs et des choses muettes!

— Charles Baudelaire



Τρίτη 22 Δεκεμβρίου 2015

Ο ΕΡΩΤΑΣ ΣΤΑ ΧΙΟΝΙΑ

Ο ΕΡΩΤΑΣ ΣΤΑ ΧΙΟΝΙΑ
 

 
 
Καρδιὰ τοῦ χειμῶνος.
Χριστούγεννα, Ἅις−Βασίλης, Φῶτα.
Σεβτὰς εἶν' αὐτός, δὲν εἶναι τσορβάς …·
ἔρωντας εἶναι, δὲν εἶναι γέρωντας.
 
Νὰ εἶχεν ὁ ἔρωτας σαΐτες!…
νὰ εἶχε βρόχια… νὰ εἶχε φωτιές…
Νὰ τρυποῦσε μὲ τὶς σαΐτες του τὰ παραθύρια…
νὰ ζέσταινε τὶς καρδιές…
νὰ ἔστηνε τὰ βρόχια του ἀπάνω στὰ χιόνια…
 
Ἕνας γερο−Φερετζέλης πιάνει μὲ τὶς θηλιές του χιλιάδες κοτσύφια.
Ἄσπρο σινδόνι… νὰ μᾶς ἀσπρίσῃ ὅλους στὸ μάτι τοῦ Θεοῦ…
ν' ἀσπρίσουν τὰ σωθικά μας…
νὰ μὴν ἔχουμε κακὴ καρδιὰ μέσα μας.

Χειμὼν βαρύς, οἰκία καταρρέουσα, καρδία ρημασμένη.
Μοναξία, ἀνία, κόσμος βαρύς, κακός, ἀνάλγητος.
Ὑγεία κατεστραμμένη.
Σῶμα βασανισμένον, φθαρμένον, σωθικὰ λυωμένα.
Δὲν ἠμποροῦσε πλέον νὰ ζήσῃ, νὰ αἰσθανθῇ, νὰ χαρῇ.
Δὲν ἠμποροῦσε νὰ εὕρῃ παρηγορίαν, νὰ ζεσταθῇ.
 
 Ἔπιε διὰ νὰ σταθῇ, ἔπιε διὰ νὰ πατήσῃ,
ἔπιε διὰ νὰ γλιστρήσῃ.
Δὲν ἐπάτει πλέον ἀσφαλῶς τὸ ἔδαφος.
Εὕρισκε φρικώδη ζέστην εἰς τὴν χιόνα.

«Εἶχαν οἱ φωτιὲς ἔρωτα!… Εἶχαν οἱ θηλιὲς χιόνια!»
Κ' ἐπάνω εἰς τὴν χιόνα ἔπεσε χιών..
Καὶ ἡ χιὼν ἐστοιβάχθη, ἐσωρεύθη δύο πιθαμάς, ἐκορυφώθη.
Καὶ ἡ χιὼν ἔγινε σινδών, σάβανον.
 
Καὶ ὁ μπαρμπα−Γιαννιὸς ἄσπρισεν ὅλος, κ' ἐκοιμήθη ὑπὸ τὴν χιόνα,
 διὰ νὰ μὴ παρασταθῇ γυμνὸς καὶ τετραχηλισμένος,
αὐτὸς καὶ ἡ ζωή του καὶ αἱ πράξεις του, ἐνώπιον τοῦ Κριτοῦ,
τοῦ Παλαιοῦ Ἡμερῶν,
τοῦ Τρισαγίου.
 

Παπαδιαμάντης Αλέξανδρος

 Ο έρωτας στα χιόνια ..

..αποσπασματικά.
 

Τρίτη 15 Μαρτίου 2011

Ηχώ - Ανδρέας Εμπειρίκος




Ηχώ
Τα βήματά μας αντηχούν ακόμη
Μέσα στο δάσος με το βόμβο των εντόμων
Και τις βαρειές σταγόνες απ' τ' αγιάζι
Που στάζει στα φυλλώματα των δέντρων
Κι ιδού που σκάζει μέσα στις σπηλιές
Η δόνησις κάθε κτυπήματος των υλοτόμων
Καθώς αραιώνουν με πελέκια τους κορμούς
Κρατώντας μες στο στόμα τους τραγούδια
Που μάθαν όταν ήτανε παιδιά
Και παίζανε κρυφτούλι μες στο δάσος.

                                    Ανδρέας Εμπειρίκος









Τρίτη 24 Αυγούστου 2010

ΚΑΖΑΝΤΖΑΚΗΣ NΙΚΟΣ





Οδυσσέας (ποίημα Καζαντζάκη)

           
Δυο μήνες πάνε πια στης πλούσιας Πύλος
τ' αμμουδερά ακρογιάλια που περνούσα.
Νοτιάς φυσούσε, ξέσπασεν η μπόρα
κι από τα μαύρα νέφελα χυνόταν
βαριά νεροποντή – κι ολούθε ο μέγας
μας τρογυρνούσε κεραυνός του Δία...
Στο φως της αστραπής βιγλίζω απάντεχα
στη µέση του πελάγου το ∆υσσέα
γαλήνιος να κρατάει σφιχτά το δοιάκι,
κατάµατα στυλώνοντας τη µπόρα!
« ∆υσσέα!», του κράζω, «πας για την πατρίδα;…
Πια µες στης θεάς την κλίνη δε χωρούσες;… »
Μ’ αυτός, µε το τιµόνι στην παλάµη
και τ’ αρµυρά δαγκώνοντας µουστάκια
τήραε µπροστά, σκυφτός, και δεν εστράφη!





Τετάρτη 21 Ιουλίου 2010

Αντρέ Μπρετόν ( André Breton) Υπερρεαλισμός


Ο Αντρέ Μπρετόν γνωριζόταν με τον Πωλ Ελυάρ , τον Λουί Αραγκόν και τον Τριστάν Τζαρά.Συμμετείχαν αρχικά στο κίνημα του ντανταϊσμού και στη συνέχεια στο κίνημα του υπερρεαλισμού.

Αντρέ Μπρετόν
ΤΑ ΓΡΑΠΤΑ ΦΕΥΓΟΥΝ


Το ατλάζι των φύλλων που γυρίζει κανείς στα βιβλία σχηματίζει
μια γυναίκα τόσο ωραία
που όταν δεν διαβάζει κανείς την ατενίζει με λύπη
χωρίς να τολμά να της μιλήσει χωρίς να τολμά να της πει πως
είναι τόσο ωραία
που αυτό που πρόκειται να μάθουμε δεν έχει τιμή
Αυτή η γυναίκα περνά ανεπαισθήτως μέσα σε θρόισμα λουλουδιών
καμιά φορά στρέφεται μέσα στις τυπωμένες εποχές
και ζητά την ώρα ή καμώνεται πως κοιτάζει τα κοσμήματα
κατάματα
όπως δεν κάνουν τ' αληθινά πλάσματα
Και ο κόσμος πεθαίνει ένα ρήγμα δημιουργείται στα δακτυλίδια
του αέρος
ένα σχίσμα στην θέση της καρδιάς
Οι πρωινές εφημερίδες φέρνουν αοιδούς των οποίων η φωνή έχει
το χρώμα της άμμου πάνω σε ακτές απαλές και κινδυνώδεις
και καμιά φορά οι βραδινές αφήνουν να περάσουν κάτι πολύ νέα
κοριτσάκια που οδηγούν θηρία αλυσοδεμένα
Μα το πιο ωραίο είναι στα ενδιάμεσα διαστήματα ορισμένων
γραμμάτων
όπου χέρια πιο λευκά από το κέρας των αστεριών το μεσημέρι
αφανίζουν μια φωλιά λευκών χελιδονιών για να βρέχει πάντοτε
Τόσο χαμηλά τόσο χαμηλά που τα φτερά δεν μπορούνε πια να
σμίξουν
Χέρια απ' όπου ανεβαίνει κανείς σε μπράτσα τόσο ελαφρά που η άχνα
των λιβαδιών στα χαριτωμένα της κυματιστά περιπλέγματα πάνω
από τις λίμνες είναι ο ατελής τους καθρέφτης
μπράτσα που δεν εναρθρώνονται με τίποτε άλλο παρά με τον
εξαιρετικό κίνδυνο ενός σώματος καμωμένου για τον έρωτα
του οποίου η κοιλιά καλεί τους στεναγμούς που ξέφυγαν από
θάμνους γιομάτους πέπλους
και που δεν έχει τίποτε το εγκόσμιο εκτός από την αχανή παγωμένη
αλήθεια των ελκήθρων των βλεμμάτων επί της κατάλευκης
εκτάσεως
αυτού που δεν θα ξαναδώ πια
εξαιτίας ενός θαυμαστού ματόδεσμου
που φορώ στο παιχνίδι της τυφλόμυγας των τραυμάτων
---
 Μετάφραση  ΑΝΔΡΕΑΣ ΕΜΠΕΙΡΙΚΟΣ(1901-1975)


ANAZΗΤΩΝΤΑΣ ΤΟ ΧΡΥΣΑΦΙ ΤΟΥ ΧΡΟΝΟΥ
Δεν δίνω καμία σημασία στη ζωή
Δεν καρφώνω την παραμικρή πεταλούδα ζωής στη σημασία
Δεν σημαίνω για τη ζωή
Μα τα κλαριά του αλατιού τα λευκά κλαριά
Όλες οι φυσαλίδες από σκιά
Και οι θαλάσσιες ανεμώνες
Κατεβαίνουν κι αναπνέουν στο εσωτερικό της σκέψης μου
Έρχονται δάκρυα που δεν χύνω
Βήματα που δεν κάνω που είναι δύο φορές βήματα
Και που τα θυμάται ο άλλος στην ώρα της παλίρροιας
Τα σύρματα είναι στο μέρος του κλουβιού
Και τα πουλιά έρχονται από πολύ ψηλά
Να κελαηδήσουν μπροστά σ΄ αυτά τα σύρματα
Ένας υπόγειος διάδρομος σμίγει όλα τα αρώματα.

Αντρέ Μπρετόν: Φασματικές στάσεις


 Απόσπασμα από το μανιφέστο του σουρεαλισμού.
            Συγκεντρωθείτε σ’ αυτό που έχετε να γράψετε, αφού εγκατασταθείτε σ’ ένα μέρος όσο το δυνατόν ευνοϊκότερο γι’ αυτό το σκοπό. Περάστε στην πιο παθητική ή την πιο δεκτική κατάσταση που σας είναι δυνατόν. Αφαιρέστε το μυαλό σας, τα ταλέντα σας, κι όλων των άλλων. Πείτε στον εαυτό σας ότι η λογοτεχνία είναι ένας από τους πιο θλιβερούς δρόμους που οδηγούν παντού. Γράψτε γρήγορα χωρίς προσχεδιασμένο θέμα, αρκετά γρήγορα ώστε να μη συγκρατήσετε και να μη βρεθείτε στον πειρασμό να ξαναδιαβάσετε αυτά που έχετε γράψει. Η πρώτη φράση θα έρθει τελείως μόνη, αφού αληθεύει πως κάθε δευτερόλεπτο υπάρχει στη συνειδητή σκέψη μας μια παράξενη φράση που δεν επιδιώκει παρά να εξωτερικευτεί.


Είναι αρκετά δύσκολο να εκφραστείτε στην περίπτωση της επόμενης φράσης. αναμφίβολα μετέχει συγχρόνως στη συνειδητή μας δραστηριότητα και στην άλλη, αν παραδεχθούμε ότι το να έχουμε γράψει την πρώτη φράση δικαιολογεί ένα minimum σύλληψης. Λίγο πρέπει να σας ενδιαφέρει εξ άλλου. σ’ αυτό εδρεύει, κατά το μεγαλύτερο μέρος, το ενδιαφέρον του σουρεαλιστικού παιχνιδιού. Η στίξη πάντοτε αναχαιτίζει την απόλυτη συνέχεια της ροής που μας απασχολεί, παρ’ ότι φαίνεται εξ ίσου απαραίτητη με τη διανομή των κόμβων σε μια παλλόμενη χορδή. Συνεχίστε όσο σας κάνει ευχαρίστηση. Εμπιστευτείτε στον ανεξάντλητο χαρακτήρα του ψίθυρου. Αν η σιωπή απειλεί να εγκατασταθεί μόλις έχετε διαπράξει ένα σφάλμα· ένα σφάλμα, θα μπορούσαμε να πούμε, από απροσεξία, διακόψτε χωρίς δισταγμό με μια άδεια γραμμή. Μετά τη λέξη που η προέλευσή της σας φαίνεται ύποπτη, βάλτε ένα οποιοδήποτε γράμμα, λ π.χ., πάντα το γράμμα λ και διορθώστε την αυθαιρεσία βάζοντας αυτό το γράμμα για αρχικό στην λέξη που θ’ ακολουθήσει [...]

Ο λόγος δόθηκε στον άνθρωπο για να τον χρησιμοποιεί σουρεαλιστικά. Στο μέτρο που του είναι αναγκαίο να γίνει κατανοητός, κατορθώνει να εκφράζεται και να εξασφαλίζει, μ’ αυτό τον τρόπο, την εκπλήρωση μερικών από τις πιο κοινές λειτουργίες. Το να μιλά, να γράφει ένα γράμμα, δεν παρουσιάζει γι’ αυτόν καμιά πραγματική δυσκολία, με την προϋπόθεση, ότι δεν θέτει ένα στόχο πάνω από το μέσο όρο, δηλαδή με την προϋπόθεση ότι δεν περιορίζεται να συνομιλήσει (για την ευχαρίστηση της συνομιλίας) με κάποιον. Δεν αγωνιά για τις λέξεις που πρόκειται να έρθουν, ούτε για τη φράση που θα διαδεχθεί αυτήν που τελειώνει. Σε μια απλούστατη ερώτηση, θα είναι ικανός να απαντήσει κατ’ ευθείαν. Αν λείπουν τα συμπυκνωμένα τικ που χρησιμοποιούν οι άλλοι μπορεί αυθόρμητα να εκφρασθεί πάνω σ’ ένα μικρό αριθμό θεμάτων. Δεν έχει ανάγκη γι αυτό να “γυρίσει 7 φορές τη γλώσσα του” ούτε να το σχηματίσει εκ των προτέρων ότι κι αν είναι αυτό. Ποιός μπόρεσε να τον κάνει να πιστέψει ότι αυτή η ικανότητα της ετοιμότητας δεν είναι καλή παρά για να τον εξυπηρετεί όταν προτίθεται να δημιουργήσει σχέσεις πιο λεπτές; Δεν υπάρχει τίποτε που πάνω σ’ αυτό θα όφειλε να αρνηθεί να μιλήσει, να γράψει πλουσιοπάροχα. Ν’ ακουστεί, να διαβαστεί: δεν έχουν άλλο αποτέλεσμα παρά να προλάβουν την κρυφή, την απροσδόκητη ανάγκη. Δε βιάζομαι να με κατανοήσω (Σιγά! θα κατανοώ τον εαυτό μου πάντα). Αν μια φράση τέτοια ή αλλιώτικη για μένα μου προκαλεί αυτοστιγμεί μια ελαφριά απογοήτευση, εμπιστεύομαι στην επόμενη φράση για να πάρω πίσω το άδικο, επιφυλάσσομαι να την ξαναρχίσω ή να την τελειοποιήσω. Μόνη η ελάχιστη απώλεια ορμής θα μπορούσε να μου είναι μοιραία. Οι λέξεις, τα σύνολα λέξεων που ακολουθούνται ασκούν μεταξύ τους την πιο μεγάλη αλληλεγγύη. Δεν απόκειται σε μένα να ευνοήσω αυτές εδώ εις βάρος αυτών εκεί. Επρόκειτο να επέμβει μια θαυμάσια ανταμοιβή – και επεμβαίνει [...]


Το πνεύμα που βυθίζεται στο σουρεαλισμό ξαναζεί με έξαρση το καλύτερο μέρος της παιδικής του ηλικίας. Βρίσκεται κάπως στη βεβαιότητα εκείνου που, όντας στην κατάσταση ν’ απαγχονιστεί, ξεπερνά, σε λιγότερο από ένα λεπτό, όλο το ανυπέρβλητο της ζωής του. Θα μου πουν ότι αυτό δεν είναι πάρα πολύ ενθαρρυντικό. Αλλά δεν προτίθεμαι να ενθαρρύνω αυτούς που θα μου το πουν. Από τις αναμνήσεις της παιδικής ηλικίας και από μερικά άλλα ξεπηδά ένα συναίσθημα ότι δεν μονοπωλείσαι και ακόλουθα ότι έχεις αποπλανηθεί, που το θεωρώ για το πιο γόνιμο που υπάρχει. ‘Ίσως η παιδική ηλικία πλησιάζει περισσότερο απ’ όλες στην “αληθινή ζωή”· η παιδική ηλικία που πέρα απ’ αυτήν ο άνθρωπος δεν διαθέτει, εκτός από το laissez-passer, παρά μερικά εισιτήρια εύνοιας· η παιδική ηλικία όπου τα πάντα συνέτειναν ωστόσο στην αποτελεσματική κατοχή, και χωρίς άλλο, και του ίδιου του του εαυτού. Χάρη στο σουρεαλισμό μοιάζει ότι ξανάρχονται αυτές οι ευκαιρίες. Είναι σα να έτρεχε κανείς ακόμη για τη σωτηρία του, ή για την απώλειά του. Ξαναζεί κανείς, στη σκιά, ένα πολύτιμο τρόμο. Δόξα τω Θεώ, δεν είναι ακόμη παρά το Καθαρτήριο. Διασχίζει κανείς μ’ ένα σκίρτημα, αυτό που οι αποκρυφιστές αποκαλούν επικίνδυνα τοπία. Κάνω ν’ αναπηδήσουν στα βήματά μου θηρία που παραφυλάνε· δεν έχουν ακόμη πολύ άσχημες προθέσεις απέναντί μου και δεν χάνομαι, αφού τα φοβάμαι. Να “οι ελέφαντες με κεφάλι γυναίκας και τα φτερωτά λιοντάρια”, που ο Soupault κι εγώ τρέμαμε άλλοτε να συναντήσουμε, να το “διαλυτό ψάρι” που με τρομάζει ακόμη λίγο. ΔΙΑΛΥΤΟ ΨΑΡΙ, δεν είμαι εγώ το διαλυτό ψάρι, γεννήθηκα κάτω απ΄ το ζώδιο των ιχθύων και ο άνθρωπος είναι διαλυτός στη σκέψη του! Η πανίδα και η χλωρίδα του σουρεαλισμού είναι ανομολόγητες.


Από το “Μανιφέστο του σουρεαλισμού” (1924), μτφρ. Ελένη Μοσχονά.