Τετάρτη, 21 Ιουλίου 2010

Αντρέ Μπρετόν ( André Breton) Υπερρεαλισμός

Ο Αντρέ Μπρετόν γνωριζόταν με τον Πωλ Ελυάρ , τον Λουί Αραγκόν και τον Τριστάν Τζαρά.Συμμετείχαν αρχικά στο κίνημα του ντανταϊσμού και στη συνέχεια στο κίνημα του υπερρεαλισμού.
Ποίηση & Λόγος adamaston.blogspot.com
Αντρέ Μπρετόν
ΤΑ ΓΡΑΠΤΑ ΦΕΥΓΟΥΝ

Το ατλάζι των φύλλων που γυρίζει κανείς στα βιβλία σχηματίζει
μια γυναίκα τόσο ωραία
που όταν δεν διαβάζει κανείς την ατενίζει με λύπη
χωρίς να τολμά να της μιλήσει χωρίς να τολμά να της πει πως
είναι τόσο ωραία
που αυτό που πρόκειται να μάθουμε δεν έχει τιμή
Αυτή η γυναίκα περνά ανεπαισθήτως μέσα σε θρόισμα λουλουδιών
καμιά φορά στρέφεται μέσα στις τυπωμένες εποχές
και ζητά την ώρα ή καμώνεται πως κοιτάζει τα κοσμήματα
κατάματα
όπως δεν κάνουν τ' αληθινά πλάσματα
Και ο κόσμος πεθαίνει ένα ρήγμα δημιουργείται στα δακτυλίδια
του αέρος
ένα σχίσμα στην θέση της καρδιάς
Οι πρωινές εφημερίδες φέρνουν αοιδούς των οποίων η φωνή έχει
το χρώμα της άμμου πάνω σε ακτές απαλές και κινδυνώδεις
και καμιά φορά οι βραδινές αφήνουν να περάσουν κάτι πολύ νέα
κοριτσάκια που οδηγούν θηρία αλυσοδεμένα
Μα το πιο ωραίο είναι στα ενδιάμεσα διαστήματα ορισμένων
γραμμάτων
όπου χέρια πιο λευκά από το κέρας των αστεριών το μεσημέρι
αφανίζουν μια φωλιά λευκών χελιδονιών για να βρέχει πάντοτε
Τόσο χαμηλά τόσο χαμηλά που τα φτερά δεν μπορούνε πια να
σμίξουν
Χέρια απ' όπου ανεβαίνει κανείς σε μπράτσα τόσο ελαφρά που η άχνα
των λιβαδιών στα χαριτωμένα της κυματιστά περιπλέγματα πάνω
από τις λίμνες είναι ο ατελής τους καθρέφτης
μπράτσα που δεν εναρθρώνονται με τίποτε άλλο παρά με τον
εξαιρετικό κίνδυνο ενός σώματος καμωμένου για τον έρωτα
του οποίου η κοιλιά καλεί τους στεναγμούς που ξέφυγαν από
θάμνους γιομάτους πέπλους
και που δεν έχει τίποτε το εγκόσμιο εκτός από την αχανή παγωμένη
αλήθεια των ελκήθρων των βλεμμάτων επί της κατάλευκης
εκτάσεως
αυτού που δεν θα ξαναδώ πια
εξαιτίας ενός θαυμαστού ματόδεσμου
που φορώ στο παιχνίδι της τυφλόμυγας των τραυμάτων
---


ANAZΗΤΩΝΤΑΣ ΤΟ ΧΡΥΣΑΦΙ ΤΟΥ ΧΡΟΝΟΥ
Δεν δίνω καμία σημασία στη ζωή
Δεν καρφώνω την παραμικρή πεταλούδα ζωής στη σημασία
Δεν σημαίνω για τη ζωή
Μα τα κλαριά του αλατιού τα λευκά κλαριά
Όλες οι φυσαλίδες από σκιά
Και οι θαλάσσιες ανεμώνες
Κατεβαίνουν κι αναπνέουν στο εσωτερικό της σκέψης μου
Έρχονται δάκρυα που δεν χύνω
Βήματα που δεν κάνω που είναι δύο φορές βήματα
Και που τα θυμάται ο άλλος στην ώρα της παλίρροιας
Τα σύρματα είναι στο μέρος του κλουβιού
Και τα πουλιά έρχονται από πολύ ψηλά
Να κελαηδήσουν μπροστά σ΄ αυτά τα σύρματα
Ένας υπόγειος διάδρομος σμίγει όλα τα αρώματα.

Αντρέ Μπρετόν: Φασματικές στάσεις

 Απόσπασμα από το μανιφέστο του σουρεαλισμού.
            Συγκεντρωθείτε σ’ αυτό που έχετε να γράψετε, αφού εγκατασταθείτε σ’ ένα μέρος όσο το δυνατόν ευνοϊκότερο γι’ αυτό το σκοπό. Περάστε στην πιο παθητική ή την πιο δεκτική κατάσταση που σας είναι δυνατόν. Αφαιρέστε το μυαλό σας, τα ταλέντα σας, κι όλων των άλλων. Πείτε στον εαυτό σας ότι η λογοτεχνία είναι ένας από τους πιο θλιβερούς δρόμους που οδηγούν παντού. Γράψτε γρήγορα χωρίς προσχεδιασμένο θέμα, αρκετά γρήγορα ώστε να μη συγκρατήσετε και να μη βρεθείτε στον πειρασμό να ξαναδιαβάσετε αυτά που έχετε γράψει. Η πρώτη φράση θα έρθει τελείως μόνη, αφού αληθεύει πως κάθε δευτερόλεπτο υπάρχει στη συνειδητή σκέψη μας μια παράξενη φράση που δεν επιδιώκει παρά να εξωτερικευτεί.

Είναι αρκετά δύσκολο να εκφραστείτε στην περίπτωση της επόμενης φράσης. αναμφίβολα μετέχει συγχρόνως στη συνειδητή μας δραστηριότητα και στην άλλη, αν παραδεχθούμε ότι το να έχουμε γράψει την πρώτη φράση δικαιολογεί ένα minimum σύλληψης. Λίγο πρέπει να σας ενδιαφέρει εξ άλλου. σ’ αυτό εδρεύει, κατά το μεγαλύτερο μέρος, το ενδιαφέρον του σουρεαλιστικού παιχνιδιού. Η στίξη πάντοτε αναχαιτίζει την απόλυτη συνέχεια της ροής που μας απασχολεί, παρ’ ότι φαίνεται εξ ίσου απαραίτητη με τη διανομή των κόμβων σε μια παλλόμενη χορδή. Συνεχίστε όσο σας κάνει ευχαρίστηση. Εμπιστευτείτε στον ανεξάντλητο χαρακτήρα του ψίθυρου. Αν η σιωπή απειλεί να εγκατασταθεί μόλις έχετε διαπράξει ένα σφάλμα· ένα σφάλμα, θα μπορούσαμε να πούμε, από απροσεξία, διακόψτε χωρίς δισταγμό με μια άδεια γραμμή. Μετά τη λέξη που η προέλευσή της σας φαίνεται ύποπτη, βάλτε ένα οποιοδήποτε γράμμα, λ π.χ., πάντα το γράμμα λ και διορθώστε την αυθαιρεσία βάζοντας αυτό το γράμμα για αρχικό στην λέξη που θ’ ακολουθήσει [...]
Ο λόγος δόθηκε στον άνθρωπο για να τον χρησιμοποιεί σουρεαλιστικά. Στο μέτρο που του είναι αναγκαίο να γίνει κατανοητός, κατορθώνει να εκφράζεται και να εξασφαλίζει, μ’ αυτό τον τρόπο, την εκπλήρωση μερικών από τις πιο κοινές λειτουργίες. Το να μιλά, να γράφει ένα γράμμα, δεν παρουσιάζει γι’ αυτόν καμιά πραγματική δυσκολία, με την προϋπόθεση, ότι δεν θέτει ένα στόχο πάνω από το μέσο όρο, δηλαδή με την προϋπόθεση ότι δεν περιορίζεται να συνομιλήσει (για την ευχαρίστηση της συνομιλίας) με κάποιον. Δεν αγωνιά για τις λέξεις που πρόκειται να έρθουν, ούτε για τη φράση που θα διαδεχθεί αυτήν που τελειώνει. Σε μια απλούστατη ερώτηση, θα είναι ικανός να απαντήσει κατ’ ευθείαν. Αν λείπουν τα συμπυκνωμένα τικ που χρησιμοποιούν οι άλλοι μπορεί αυθόρμητα να εκφρασθεί πάνω σ’ ένα μικρό αριθμό θεμάτων. Δεν έχει ανάγκη γι αυτό να “γυρίσει 7 φορές τη γλώσσα του” ούτε να το σχηματίσει εκ των προτέρων ότι κι αν είναι αυτό. Ποιός μπόρεσε να τον κάνει να πιστέψει ότι αυτή η ικανότητα της ετοιμότητας δεν είναι καλή παρά για να τον εξυπηρετεί όταν προτίθεται να δημιουργήσει σχέσεις πιο λεπτές; Δεν υπάρχει τίποτε που πάνω σ’ αυτό θα όφειλε να αρνηθεί να μιλήσει, να γράψει πλουσιοπάροχα. Ν’ ακουστεί, να διαβαστεί: δεν έχουν άλλο αποτέλεσμα παρά να προλάβουν την κρυφή, την απροσδόκητη ανάγκη. Δε βιάζομαι να με κατανοήσω (Σιγά! θα κατανοώ τον εαυτό μου πάντα). Αν μια φράση τέτοια ή αλλιώτικη για μένα μου προκαλεί αυτοστιγμεί μια ελαφριά απογοήτευση, εμπιστεύομαι στην επόμενη φράση για να πάρω πίσω το άδικο, επιφυλάσσομαι να την ξαναρχίσω ή να την τελειοποιήσω. Μόνη η ελάχιστη απώλεια ορμής θα μπορούσε να μου είναι μοιραία. Οι λέξεις, τα σύνολα λέξεων που ακολουθούνται ασκούν μεταξύ τους την πιο μεγάλη αλληλεγγύη. Δεν απόκειται σε μένα να ευνοήσω αυτές εδώ εις βάρος αυτών εκεί. Επρόκειτο να επέμβει μια θαυμάσια ανταμοιβή – και επεμβαίνει [...]

Το πνεύμα που βυθίζεται στο σουρεαλισμό ξαναζεί με έξαρση το καλύτερο μέρος της παιδικής του ηλικίας. Βρίσκεται κάπως στη βεβαιότητα εκείνου που, όντας στην κατάσταση ν’ απαγχονιστεί, ξεπερνά, σε λιγότερο από ένα λεπτό, όλο το ανυπέρβλητο της ζωής του. Θα μου πουν ότι αυτό δεν είναι πάρα πολύ ενθαρρυντικό. Αλλά δεν προτίθεμαι να ενθαρρύνω αυτούς που θα μου το πουν. Από τις αναμνήσεις της παιδικής ηλικίας και από μερικά άλλα ξεπηδά ένα συναίσθημα ότι δεν μονοπωλείσαι και ακόλουθα ότι έχεις αποπλανηθεί, που το θεωρώ για το πιο γόνιμο που υπάρχει. ‘Ίσως η παιδική ηλικία πλησιάζει περισσότερο απ’ όλες στην “αληθινή ζωή”· η παιδική ηλικία που πέρα απ’ αυτήν ο άνθρωπος δεν διαθέτει, εκτός από το laissez-passer, παρά μερικά εισιτήρια εύνοιας· η παιδική ηλικία όπου τα πάντα συνέτειναν ωστόσο στην αποτελεσματική κατοχή, και χωρίς άλλο, και του ίδιου του του εαυτού. Χάρη στο σουρεαλισμό μοιάζει ότι ξανάρχονται αυτές οι ευκαιρίες. Είναι σα να έτρεχε κανείς ακόμη για τη σωτηρία του, ή για την απώλειά του. Ξαναζεί κανείς, στη σκιά, ένα πολύτιμο τρόμο. Δόξα τω Θεώ, δεν είναι ακόμη παρά το Καθαρτήριο. Διασχίζει κανείς μ’ ένα σκίρτημα, αυτό που οι αποκρυφιστές αποκαλούν επικίνδυνα τοπία. Κάνω ν’ αναπηδήσουν στα βήματά μου θηρία που παραφυλάνε· δεν έχουν ακόμη πολύ άσχημες προθέσεις απέναντί μου και δεν χάνομαι, αφού τα φοβάμαι. Να “οι ελέφαντες με κεφάλι γυναίκας και τα φτερωτά λιοντάρια”, που ο Soupault κι εγώ τρέμαμε άλλοτε να συναντήσουμε, να το “διαλυτό ψάρι” που με τρομάζει ακόμη λίγο. ΔΙΑΛΥΤΟ ΨΑΡΙ, δεν είμαι εγώ το διαλυτό ψάρι, γεννήθηκα κάτω απ΄ το ζώδιο των ιχθύων και ο άνθρωπος είναι διαλυτός στη σκέψη του! Η πανίδα και η χλωρίδα του σουρεαλισμού είναι ανομολόγητες.
Από το “Μανιφέστο του σουρεαλισμού” (1924), μτφρ. Ελένη Μοσχονά.
Ποίηση & Λόγος adamaston.blogspot.com

Τρίτη, 20 Ιουλίου 2010

(ΑΠΟΛΛΙΝΑΙΡ Guillaume Apollinaire)-(Ζαν Μωρεάς I.Παπαδιαμαντόπουλος)

Δυο διαφορετικοί τρόποι γραφής.




Ο Ζαν Μωρεάς (1856-1910) ασπάστηκε τον συμβολισμό και συνδέθηκε με τους Μαλλαρμέ, Βερλαίν και Όσκαρ Ουάιλντ, εν συνεχεία ωστόσο ίδρυσε τη λεγόμενη Ρομανική Σχολή, ο Απολλιναίρ(1880-1918) τον θεωρούσε ξεπερασμένο και ήταν ο οργανωτής του Κυβιστικού δωματίου 41,ο εισηγητής του όρου σουρεαλισμός  και ο εκδότης του καλλιτεχνικού μανιφέστου: L'Esprit nouveau et les poètes.
ΓΚΙΓΙΩΜ ΑΠΟΛΛΙΝΑΙΡ
1880-1918
ΑΠΟΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΣ
Ένα κλωνάρι από ρεικιά στο χέρι μου ριγεί
Να το θυμάσαι το φθινόπωρο το πεθαμένο
δε θα ξαναϊδωθούμε πια ποτέ σ’ αυτή τη γη
Πικρή ευωδιά της εποχής κλωνάρι της ρεικιάς
Και να θυμάσαι πως εγώ σε περιμένω


Ο ΤΑΞΙΔΙΩΤΗΣ


Ανοίχτε μου την πόρτα αυτή που κλαίγοντας χτυπώ
η ζωή μας είναι μεταβλητή σαν τα νερά του Ευρίπου
είδες μιαν όχθη σύννεφα να κατεβαίνει
με τ’ ορφανό πλοιάριο στους πυρετούς του μέλλοντος
όμως όλες τις μεταμέλειές σου τις θλίψεις όλες τις θυμάσαι


αόριστα καμπύλα ψάρια λουλούδια του βυθού
ήταν η θάλασσα πάλαι ποτέ
και κάθε ποταμός εκεί εξαντλείται
ώ μνήμη μνήμη
ένα βράδυ μπήκα σε πανδοχείο μελαγχολικό
κοντά στο Λουξεμβούργο
στο βάθος της αίθουσας ένας Χριστός πετούσε
ένας κρατούσε μια νυφίτσα
άλλος ένα σκαντζόχοιρο
έπαιζαν τράπουλα κι εσύ με είχες λησμονήσει
θυμάσαι το πένθος των σταθμών
πολύωρο
διασχίζαμε πολίχνες με περιστροφές 24ωρες
τη νύχτα κάναν εμετό τον ήλιο της ημέρας
ώ ναύτες ώ γυναίκες σκυθρωπές
και σεις συντρόφοι μου και σεις όλα τ’ αναπολείτε


δύο ναύτες χωρίς ποτέ ν’ απομακρύνονται χωρίς ποτέ τους
να μιλούν
ο πιο μικρός ξεψύχησε γέρνοντας στο πλευρό του
ώ σεις συντρόφοι λατρεμένοι
ηλεκτρικά κουδούνια των σταθμών άσματα θεριστών
τροχοφόρα του χασάπη συντάγματα αμέτρητα των δρόμων


γέφυρες ιππικού νύχτες μπλάβες από αλκοόλ
είδα πόλεις παραλοϊσμένες θυμάσαι τα προάστια
και το γυμνό κοπάδι των τοπίων


κυπαρίσσια τεντώνοντας τον ίσκιο τους κάτω από την Εκάτη
τη νύχτα αυτή στο γέρμα του καλοκαιριού άκουσα ένα πουλί
χαύνο κι εξοργισμένο
και τον άσωστο κρότο κάποιου στενόμακρου κι άφεγγου
ποταμού
και καθώς όλα τα βλέμματα κι οι λάμψεις όλες όλων των
ματιών
κυλούσανε πεθαίνοντας στην εκβολή του ποταμού
οι όχθες έμεναν βουβές χορταριασμένες κι έρημες
και το βουνό πλημμύριζε με φως την άλλη όχθη
ύστερα σιγανά και δίχως πιθανή εξήγηση
σκιές των ζωντανών αναρριχώνταν στο βουνό λοξές ή στρέ-
φοντας
αιφνίδια τη φασματική τους όψη με τις σκιές παλλόμενες
όπως
οι ξιφολόγχες κι άλλοτε ανέβαιναν ψηλά και πάλι χαμη-
λώναν
οι οδοντωτές αυτές σκιές βογκώντας σαν άνθρωποι γλι-
στρώντας
βήμα το βήμα στο βουνό –όγκος φωτός-
άραγε ποιον ξεχώρισες στις ξέθωρες αυτές φωτογραφίες
θυμάσαι τη μέρα που μια μέλισσα ρίχτηκε στη φωτιά
Δυό ναύτες χωρίς ποτέ ν’ αφήνει ο ένας το πλευρό του άλλου
Ο μεγαλύτερος φορούσε μια σιδερένια αλυσίδα στο λαιμό
Ο μικρότερος έκανε πλεξούδες τα ξανθά του μαλλιά


Ανοίχτε μου την πόρτα αυτή που κλαίγοντας
χτυπώ
η ζωή μας είναι μεταβλητή σαν τα νερά του
Ευρίπου

Οίκτο δεν έχω πια

Οίκτο δεν έχω πια για μένα
τη σιωπηλή μου οδύνη δεν μπορώ να εκφράσω
τα λόγια που λογάριαζα να ειπώ μεταβλήθηκαν σ ΄άστρα
Ένας Ίκαρος προσπαθεί να ανυψωθεί ως τα μάτια μου
κομιστής ήλιων φλέγομαι στο κέντρο δύο αστερισμών
Τι έκαμα στα θεολογικά θηρία της γνώσης
αλλοτινά έρχονταν οι νεκροί να με λατρέψουν
κι έλπιζα να τελειώσει ο κόσμος
μα το δικό μου τέλος σαν τη θύελλα καταφθάνει


Πλήξη

Πλήττω μες τους ολόγυμνους αυτούς τοίχους
βαμμένους με χλωμά χρώματα
μια μύγα πάνω στο χαρτί με βηματάκια
τα σκαλαθύρματά μου διατρέχει

Ω ! Θεέ , που ξέρεις τον πόνο που μου ‘δωσες
Τι να γίνω ;
Λυπήσου τη χλομάδα μου και τα αδάκρυτα μάτια μου
Το θόρυβο της αλυσοδεμένης καρέκλας μου
Και μαζί μου
όλες τις φτωχές καρδιές που πάλλουν στη φυλακή τους
λυπήσου τον έρωτα που με συντροφεύει
Λυπήσου πάνω απ’ όλα την κλονισμένη μου φρόνηση
κι αυτή την απελπισία που την κερδίζει.

Δειλινό

Αγγιγμένη απ’ τους ίσκιους των νεκρών
στο χορτάρι όπου μια μέρα ξεψυχάει
η αρλεκίνα γυμνή βγαίνει και κοιτάει
το κορμί της στον καθρέφτη των νερών

Παρεκεί ένας τσαρλατάνος βραδινός
τα παιγνίδια που θα κάνουν διαφημίζει
ο άχρωμος απ’ άκρη σ’ άκρη ουρανός
άστρα σαν το γάλα ώχρά γεμίζει

Ο χλωμός ο αρλεκίνος μ’ ευθυμία
πρώτα-πρώτα χαιρετάει τους θεατές
μάγους που ‘χουν έρθει από τη Βοημία
μερικές νεράιδες και τους γητευτές

και κατόπιν ξεκρεμώντας έν’ αστέρι
με το τεντωμένο του το παίζει χέρι
ενώ κάποιος κρεμασμένος ρυθμικά
με τα πόδια του τα κύμβαλα χτυπά

το όμορφο παιδί η τυφλή κουνάει
η ελαφίνα με τα ελάφια της περνάει
βλέπει ο νάνος με το βλέμμα του θολό
τον τρισμέγιστο αρλεκίνο πι ψηλό


(Αγάπη Απαξίωση Κι Ελπίδα)

Προφήτες αναδύονται για να μιλήσουν
Στη γαλανή γραμμή των μακρινών βουνών
Θα γνωρίσουνε με βεβαιότητα τα πράγματα
Που οι σοφοί ισχυρίζονται τάχα πως γνωρίζουν
Και θα μας μεταφέρουν όπου αυτοί θέλουν

Ο πόθος είναι η μεγαλύτερη δύναμη
Έλα να σε φιλήσω πάνω στο μέτωπο
Ω πανάλαφρη σαν τη φλόγα
Βαστάς ολάκερο τον πόνο
Όλη τη ζέστη κι όλη τη λάμψη

Θα 'ρθει καιρός και θα σπουδάσουμε
Το άπαντο του πόνου
Μια εποχή όχι θάρρους
Μήτε και αυταπάρνησης
Ούτε θα κάμουμε το κατά δύναμη




Ποίηση & ΛόγοςΑdamaston.blogspot.com


Ζαν Μωρεάς
Ιωάννης Παπαδιαμαντόπουλος


Ω, ανθρώπινη πολύ καρδιά, λιγόπιστε θνητέ !
Που ‘χεις τα μάτια απ΄ της γιορτής την λάμψη θαμπωμένα,
κάτω απ΄ τα δέντρα που περνώ, δε θα το μάθεις συ ποτέ
των μαύρων φύλλων η σκιά πόσο φωτίζει εμένα !
Μην πεις : είν’ ένα χαρωπό ξεφάντωμα η ζωή’
Έτσι ένας άμυαλος ή μια ψυχή χυδαία μιλάει.
Μην πεις προπάντων : είναι συμφορά παντοτινή’
είν’ ένα θάρρος άσχημο, πολύ που δεν κρατάει.


Γέλα καθώς την άνοιξη αλαφροσυούνται οι κλώνοι,
κλαίγε καθώς ο άνεμος, το κύμα στην ακρογιαλιά.
Να σε μοιράζονται άφηνε χαρές μαζί και πόνοι
και λέγε: αυτό είναι και πολύ, κι ενός ονείρου η σκιά.


Εσύ που μόνη …
Εσύ που μόνη από ψηλά, δεσπόζοντας τα πάθη,
λάμπεις και με φυλάσσεις,
όπως ο έναστρος ουρανός βέλη ρίχνει στα βάθη
νυχτερινής θαλάσσης.
Ω ! θεσπέσια ποίηση, με κάποιο αιθέριο ντύμα
τύλιξε την καρδιά μου,
να γίνω τώρα ο άνεμος, το νερό και το κλήμα,
ο άγριος κρίνος της άμμου.
Να μεγαλώνω πάντοτε, στα πόδια μου να νοιώσω
ό,τι λατρεύουν οι άλλοι,
να μεγαλώσω σαν το δρυ, κι έπειτα να τελειώσω
σα μια φωτιά μεγάλη.


Jean Moréas,«Les morts m’ écoutent...»
Κανένα δε ζηλοφθονώ. Η οδύνη τι με νοιάζει, τριγύρω το ακατάλυτο μίσος, η καταφρόνια!
Αρκεί μόνο που, όσες φορές το χέρι μου σε αδράζει, ολοένα πιο τερπνά αντηχείς, ω λύρα μου απολλώνια.
(απόσπασμα, μετάφραση Κ. Καρυωτάκη)


Ποίηση & ΛόγοςΑdamaston.blogspot.com


Γιόχαν Βόλφγκανγκ Γκαίτε






ΤΟ ΕΞΩΤΙΚΟ



Ποιος τα μεσάνυχτα καβαλικεύει;
Είν' ο πατέρας με το παιδί
το 'χει στα στήθια του και το χαϊδεύει
και κάπου σκύβει και το φιλεί.

-Παιδί μου, τι έκρυψες το πρόσωπό σου;
-Δε βλέπεις τ' άγριο το ξωτικό,
πατέρα; πέρασε απ' το πλευρό σου
-Τα νέφια απλώνονται εις το νερό.

-Παιδί μου, έλα στη συντροφιά μου,
μ' αρέσ' η όψις σου η δροσερή,
περίσσια λούλουδα έχ' η οχθιά μου,
κι έχ' η μητέρα μου στολή χρυσή.

-Ακούς, πατέρα μου, ακούς τι λέει;
Με θέλει σύντροφο το ξωτικό
-Παιδί μου, ησύχασε, τ' αέρι κλαίει
σ' άγριο χαμόδενδρο, θάμνο ξερό.

-Παιδί μου, έλα τι σε τρομάζει;
θα 'χεις τις κόρες μου για συντροφιά,
που όταν τη λίμνη μας νύχτα σκεπάζει,
χορεύουν εύθυμες στην αμμουδιά.

-Πατέρα, κοίταξε δε βλέπεις πέρα,
σαν να χορεύουνε οι κορασιές;
-Παιδί μου, βλέπω απ' τον αέρα,
κουνιούνται πένθιμα γριές ιτιές.

-Μ' αρέσει η όψη σου, χρυσό μου αστέρι,
μα συ δεν έρχεσαι σε παίρνω εγώ ...
-Πατέρα, άπλωσε το άγριο χέρι,
πατέρα, μ' έπνιξε το ξωτικό.

Τρέμει ο πατέρας του και τ' άλογό του
κεντά και χάνεται σαν αστραπή
φθάνει στη θύρα του ... ωιμέ το γιο του
κρύο στον κόρφο του, νεκρό κρατεί.

---

Μετάφραση: Ιωάννης Παπαδιαμαντόπουλος






Τραγουδάκι
Ιωάννης Παπαδιαμαντόπουλος (Ζαν Μωρεάς)

Όπου σταθώ, όπου γυρίσω,
στον κόσμο ή στην ερημιά,
παντού και πάντα θ’ αντικρύσω
την εδική σου ζωγραφιά.

Βλέπω τα μαύρα τα μαλλιά σου
μες στο σκοτάδι το βαθύ,
βλέπω τη φλογερή ματιά σου
στου ήλιου τη φεγγοβολή.

Τα στήθια σου τα χιονισμένα
στην ανθισμένη μυγδαλιά,
στα ρόδα τα μισανοιγμένα
τα χείλη σου τα δροσερά.

Βρίσκω την άδολη πνοή σου
εις το θυμάρι του βουνού,
ακούω τη γλυκιά φωνή σου
εις το τραγούδι του αηδονιού.

Αχ! Και στου τάφου της το χώμα
η πονεμένη μου ψυχή
θα ονειρεύεται ακόμα
την όψη σου την τρυφερή.


Ζαν Μορεάς Βικιπαίδεια


Le pont Mirabeau
________________________________________
Sous le pont Mirabeau coule la Seine
Et nos amours
Faut-il qu'il m'en souvienne
La joie venait toujours après la peine.
Vienne la nuit sonne l'heure
Les jours s'en vont je demeure
Les mains dans les mains restons face à face
Tandis que sous
Le pont de nos bras passe
Des éternels regards l'onde si lasse
Vienne la nuit sonne l'heure
Les jours s'en vont je demeure
L'amour s'en va comme cette eau courante
L'amour s'en va
Comme la vie est lente
Et comme l'Espérance est violente
Vienne la nuit sonne l'heure
Les jours s'en vont je demeure
Passent les jours et passent les semaines
Ni temps passé
Ni les amours reviennent
Sous le pont Mirabeau coule la Seine
Vienne la nuit sonne l'heure
Les jours s'en vont je demeure

Guillaume Apollinaire (alcools)


 


Ποίηση & ΛόγοςΑdamaston.blogspot.com
 

Πέμπτη, 8 Ιουλίου 2010

ΙΘΑΚΗ & Κωνσταντίνος Π. Καβάφης



ΙΘΑΚΗ - ΚΩΝ/ΝΟΣ ΚΑΒΑΦΗΣ - (1911)

Σα βγεις στον πηγαιμό για την Ιθάκη,
να εύχεσαι νάναι μακρύς ο δρόμος,
γεμάτος περιπέτειες, γεμάτος γνώσεις.
Τους Λαιστρυγόνας και τους Κύκλωπας,
τον θυμωμένο Ποσειδώνα μη φοβάσαι,
τέτοια στον δρόμο σου ποτέ σου δεν θα βρεις,
αν μεν' η σκέψις σου υψηλή, αν εκλεκτή
συγκίνησις το πνεύμα και το σώμα σου αγγίζει.
Τους Λαιστρυγόνας και τους Κύκλωπας,
τον άγριο Ποσειδώνα δεν θα συναντήσεις,
αν δεν τους κουβανείς μες στην ψυχή σου,
αν η ψυχή σου δεν τους στήνει εμπρός σου.
Να εύχεσαι νάναι μακρύς ο δρόμος.
Πολλά τα καλοκαιρινά πρωϊά να είναι
που με τι ευχαρίστησι, με τι χαρά
θα μπαίνεις σε λιμένας πρωτοειδωμένους,
να σταματήσεις σ' εμπορεία Φοινικικά,
και τες καλές πραγμάτειες ν' αποκτήσεις,
σεντέφια και κοράλλια, κεχριμπάρια κ' έβενους,
και ηδονικά μυρωδικά κάθε λογής,
όσο μπορείς πιο άφθονα ηδονικά μυρωδικά,
σε πόλεις Αιγυπτιακές πολλές να πας,
να μάθεις και να μάθεις απ' τους σπουδασμένους.
Πάντα στον νου σου νάχεις την Ιθάκη.
Το φθάσιμον εκεί ειν' ο προορισμός σου.
Αλλά μη βιάζεις το ταξείδι διόλου.
Καλλίτερα χρόνια πολλά να διαρκέσει
και γέρος πια ν' αράξεις στο νησί,
πλούσιος με όσα κέρδισες στο δρόμο,
μη προσδοκώντας πλούτη να σε δώσει η Ιθάκη.
Η Ιθάκη σ'έδωσε τ' ωραίο ταξείδι.
Χωρίς αυτήν δεν θάβγαινες στον δρόμο.
Άλλα δεν έχει να σε δώσει πια.
Κι αν πτωχική την βρεις, η Ιθάκη δε σε γέλασε.
Έτσι σοφός που έγινες, με τόση πείρα,
ήδη θα το κατάλαβες οι Ιθάκες τι σημαίνουν.

Τείχη

Χωρίς περίσκεψιν, χωρίς λύπην, χωρίς αιδώ
μεγάλα κ' υψηλά τριγύρω μου έκτισαν τείχη.
Και κάθομαι και απελπίζομαι τώρα εδώ.
Άλλο δεν σκέπτομαι: τον νουν μου τρώγει αυτή η τύχη·
διότι πράγματα πολλά έξω να κάμω είχον.
Α όταν έκτιζαν τα τείχη πώς να μην προσέξω.
Αλλά δεν άκουσα ποτέ κρότον κτιστών ή ήχον.
Ανεπαισθήτως μ' έκλεισαν από τον κόσμον έξω.


Κωνσταντίνος Π. Καβάφης    
Βικιπαίδεια

 

Ένας Θεός των

Όταν κανένας των περνούσεν απ' της Σελευκείας
την αγορά, περί την ώρα που βραδυάζει,
σαν υψηλός και τέλεια ωραίος έφηβος,
με την χαρά της αφθαρσίας μες στα μάτια,
με τ' αρωματισμένα μαύρα του μαλλιά,
οι διαβάται τον εκύτταζαν
κι ο ένας τον άλλονα ρωτούσεν αν τον γνώριζε,
κι αν ήταν Έλλην της Συρίας, ή ξένος. Αλλά μερικοί,
που με περισσοτέρα προσοχή παρατηρούσαν,
εκαταλάμβαναν και παραμέριζαν·
κ' ενώ εχάνετο κάτω απ' τες στοές,
μες στες σκιές και μες στα φώτα της βραδυάς,
πηαίνοντας προς την συνοικία που την νύχτα
μονάχα ζει, με όργια και κραιπάλη,
και κάθε είδους μέθη και λαγνεία,
ερέμβαζαν ποιος τάχα ήταν εξ Αυτών,
και για ποιαν ύποπτην απόλαυσί του
στης Σελευκείας τους δρόμους εκατέβηκεν
απ' τα Προσκυνητά, Πάνσεπτα Δώματα.


Κωνσταντίνος Π. Καβάφης





Μνήμη

Δεν αποθνήσκουν οι θεοί. Η πίστις αποθνήσκει
          του αχαρίστου όχλου των θνητών.
Είν' οι θεοί αθάνατοι. Από τα βλέμματά μας
          τους κρύπτουσι νεφέλαι αργυραί.
Ω Θεσσαλία ιερά, Σε αγαπώσιν έτι,
          Σε ενθυμούνται αι ψυχαί αυτών.
Εν τοις θεοίς, ως εν ημίν, ανθούσιν αναμνήσεις,
          της πρώτης των αγάπης οι παλμοί.
Ότε ερών το λυκαυγές φιλεί την Θεσσαλίαν,
          σφρίγος από τον βίον των θεών
περνά την ατμοσφαίραν της· και κάποτ' αιθερία
          μορφή επί των λόφων της πετά.


Λήθη

       Κλειστά εντός ανθοκομείου
υπό τα υελώματα τ' άνθη ξεχνούν
       πώς είν' η λάμψις του ηλίου
και πώς φυσούν αι αύρ' αι δροσεραί όταν περνούν.


Ανθοδέσμαι

Άψινθος, δάτουρα, και υποκύαμος,
ακόνιτον, ελλέβορος, και κώνειον -
ολ' αι πικρίαι και τα δηλητήρια -
τα φύλλα των και τ' άνθη τα φρικτά θα δώσουν
δια να γίνουν αι μεγάλαι ανθοδέσμαι
που θα τεθούν επί του φαεινού βωμού -
α, του λαμπρού βωμού εκ λίθου Μαλαχίτου -
του Πάθους του φρικτού και του περικαλλούς.





Τετάρτη, 7 Ιουλίου 2010

The Raven (Edgar Allan Poe)





The Raven
[First published in 1845]


Once upon a midnight dreary, while I pondered weak and weary, Over many a quaint and curious volume of forgotten lore, While I nodded, nearly napping, suddenly there came a tapping, As of some one gently rapping, rapping at my chamber door. `'Tis some visitor,' I muttered, `tapping at my chamber door - Only this, and nothing more.'
Ah, distinctly I remember it was in the bleak December, And each separate dying ember wrought its ghost upon the floor. Eagerly I wished the morrow; - vainly I had sought to borrow From my books surcease of sorrow - sorrow for the lost Lenore - For the rare and radiant maiden whom the angels named Lenore - Nameless here for evermore.
And the silken sad uncertain rustling of each purple curtain Thrilled me - filled me with fantastic terrors never felt before; So that now, to still the beating of my heart, I stood repeating `'Tis some visitor entreating entrance at my chamber door - Some late visitor entreating entrance at my chamber door; - This it is, and nothing more,'
Presently my soul grew stronger; hesitating then no longer, `Sir,' said I, `or Madam, truly your forgiveness I implore; But the fact is I was napping, and so gently you came rapping, And so faintly you came tapping, tapping at my chamber door, That I scarce was sure I heard you' - here I opened wide the door; - Darkness there, and nothing more.


Deep into that darkness peering, long I stood there wondering, fearing, Doubting, dreaming dreams no mortal ever dared to dream before But the silence was unbroken, and the darkness gave no token, And the only word there spoken was the whispered word, `Lenore!' This I whispered, and an echo murmured back the word, `Lenore!' Merely this and nothing more.


Back into the chamber turning, all my soul within me burning, Soon again I heard a tapping somewhat louder than before. `Surely,' said I, `surely that is something at my window lattice; Let me see then, what thereat is, and this mystery explore - Let my heart be still a moment and this mystery explore; - 'Tis the wind and nothing more!'
Open here I flung the shutter, when, with many a flirt and flutter, In there stepped a stately raven of the saintly days of yore. Not the least obeisance made he; not a minute stopped or stayed he; But, with mien of lord or lady, perched above my chamber door - Perched upon a bust of Pallas just above my chamber door - Perched, and sat, and nothing more.


Then this ebony bird beguiling my sad fancy into smiling, By the grave and stern decorum of the countenance it wore, `Though thy crest be shorn and shaven, thou,' I said, `art sure no craven. Ghastly grim and ancient raven wandering from the nightly shore - Tell me what thy lordly name is on the Night's Plutonian shore!' Quoth the raven, `Nevermore.'


Much I marvelled this ungainly fowl to hear discourse so plainly, Though its answer little meaning - little relevancy bore; For we cannot help agreeing that no living human being Ever yet was blessed with seeing bird above his chamber door - Bird or beast above the sculptured bust above his chamber door, With such name as `Nevermore.'

But the raven, sitting lonely on the placid bust, spoke only, That one word, as if his soul in that one word he did outpour. Nothing further then he uttered - not a feather then he fluttered - Till I scarcely more than muttered `Other friends have flown before - On the morrow will he leave me, as my hopes have flown before.' Then the bird said, `Nevermore.'


Startled at the stillness broken by reply so aptly spoken, `Doubtless,' said I, `what it utters is its only stock and store, Caught from some unhappy master whom unmerciful disaster Followed fast and followed faster till his songs one burden bore - Till the dirges of his hope that melancholy burden bore Of "Never-nevermore."'




But the raven still beguiling all my sad soul into smiling, Straight I wheeled a cushioned seat in front of bird and bust and door; Then, upon the velvet sinking, I betook myself to linking Fancy unto fancy, thinking what this ominous bird of yore - What this grim, ungainly, gaunt, and ominous bird of yore Meant in croaking `Nevermore.'




This I sat engaged in guessing, but no syllable expressing To the fowl whose fiery eyes now burned into my bosom's core; This and more I sat divining, with my head at ease reclining On the cushion's velvet lining that the lamp-light gloated o'er, But whose velvet violet lining with the lamp-light gloating o'er, She shall press, ah, nevermore!




Then, methought, the air grew denser, perfumed from an unseen censer Swung by Seraphim whose foot-falls tinkled on the tufted floor. `Wretch,' I cried, `thy God hath lent thee - by these angels he has sent thee Respite - respite and nepenthe from thy memories of Lenore! Quaff, oh quaff this kind nepenthe, and forget this lost Lenore!' Quoth the raven, `Nevermore.'




`Prophet!' said I, `thing of evil! - prophet still, if bird or devil! - Whether tempter sent, or whether tempest tossed thee here ashore, Desolate yet all undaunted, on this desert land enchanted - On this home by horror haunted - tell me truly, I implore - Is there - is there balm in Gilead? - tell me - tell me, I implore!' Quoth the raven, `Nevermore.'




`Prophet!' said I, `thing of evil! - prophet still, if bird or devil! By that Heaven that bends above us - by that God we both adore - Tell this soul with sorrow laden if, within the distant Aidenn, It shall clasp a sainted maiden whom the angels named Lenore - Clasp a rare and radiant maiden, whom the angels named Lenore?' Quoth the raven, `Nevermore.'


`Be that word our sign of parting, bird or fiend!' I shrieked upstarting - `Get thee back into the tempest and the Night's Plutonian shore! Leave no black plume as a token of that lie thy soul hath spoken! Leave my loneliness unbroken! - quit the bust above my door! Take thy beak from out my heart, and take thy form from off my door!' Quoth the raven, `Nevermore.'

And the raven, never flitting, still is sitting, still is sitting On the pallid bust of Pallas just above my chamber door; And his eyes have all the seeming of a demon's that is dreaming, And the lamp-light o'er him streaming throws his shadow on the floor; And my soul from out that shadow that lies floating on the floor Shall be lifted - nevermore!


ΚΩΣΤΑΣ ΟΥΡΑΝΗΣ (Ίσως ο τελευταίος των ρομαντικών ..)



Το Κοράκι
Μετάφραση: Κώστας Ουράνης


Κάποια φορά, μεσάνυχτα, ενώ εμελετούσα κατάκοπος κι αδύναμος ένα παλιό βιβλίο μιας επιστήμης άγνωστης, άκουσα ένα κρότο σα να χτυπούσε σιγανά κανείς στη ξώπορτά μου. "Κανένας ξένος", σκέφτηκα "οπού χτυπά τη πόρτα, τούτο θα είναι μοναχά και όχι τίποτ' άλλο".


Θυμάμαι ήταν στον ψυχρό και παγερό Δεκέμβρη και κάθε λάμψη της φωτιάς σα φάντασμα φαινόταν. Ποθούσα το ξημέρωμα, μάταια προσπαθούσα να δώσει με παρηγορία στη λύπη το βιβλίο, για τη γλυκιά Ελεονόρα μου, την όμορφη τη κόρη όπως οι αγγέλοι τη καλούν, ενώ εδώ δεν έχει για πάντα ούτε όνομα.


Και τ' αλαφρό μουρμουρητό που κάναν οι κουρτίνες με άγγιζε, με γέμιζε με τρόμους φανταχτούς, και για να πάψει τ' άγριο το χτύπημα η καρδιά μου σηκώθηκα φωνάζοντας: "Θα είναι κάποιος ξένος όπου ζητά να κοιμηθεί έδω στη κάμαρά μου αυτό θα είναι μοναχά και περισσότερο όχι".


Τώρα μου φάνηκε η ψυχή πιο δυνατή για τούτο, "Κύριε" είπα, "ή Κυρά, ζητώ να συγχωρείστε, γιατί εγώ ενύσταζα κι ο κρότος ήταν λίγος, ήσυχος, που δεν άκουσα εάν χτυπά η πόρτα" κι άνοιξα στους αγέρηδες ορθάνοιχτη τη πόρτα σκοτάδι ήταν γύρω μου και όχι τίποτ' άλλο.


Μες στο σκοτάδι στάθηκα ώρα πολλή μονάχος, γεμάτος τρόμους κι όνειρα που πρώτη φορά τότε η λυπημένη μου ψυχή στα βάθη της επήρε, μα η σιγή ήταν άσωστη και το σκοτάδι μαύρο κι "Ελεονόρα" μοναχά ακούγονταν η ηχώ από τη λέξη που 'βγαινε απ' τα ανοιχτά μου χείλη. Αυτό μονάχα ήτανε και όχι τίποτ' άλλο.


Γυρίζοντας στη κάμαρα με μια καρδιά όλο φλόγα, άκουσα πάλι να χτυπούν πιο δυνατά από πρώτα. "Σίγουρα κάποιος θα χτυπά από το παραθύρι, ας πάω να δω κι ας λύσω πια ετούτο το μυστήριο, ας ησυχάσει η μαύρη μου καρδιά και θα το λύσω, θα είναι οι αγέρηδες και όχι τίποτ' άλλο.


'Ανοιξα το παράθυρο κι ένα κοράκι μαύρο με σχήμα μεγαλόπρεπο στη κάμαρα μου μπήκε και χωρίς διόλου να σταθεί ή ν' αμφιβάλλει λίγο, επήγε και εκάθισε στη πέτρινη Παλλάδα απάνω από τη πόρτα μου, γιομάτο σοβαρότη. Κουνήθηκεν, εκάθισε και όχι τίποτ' άλλο.


Το εβενόχρωμο πουλί που σοβαρό καθόταν τη λυπημένη μου ψυχή έκανε να γελάσει. "Χωρίς λοφίο", ρώτησα, "κι αν είν' η κεφαλή σου δεν είσαι κάνας άνανδρος, αρχαϊκό κοράκι, που κατοικείς στις πένθιμες ακρογιαλιές της Νύχτας; Στ' όνομα της Πλουτωνικής της Νύχτας, τ' όνομά σου!" Και το κοράκι απάντησε: "Ποτέ από 'δω και πια".


Ξεπλάγηκα σαν άκουσα το άχαρο πουλί ν' ακούει τόσον εύκολα τα όσα το ρωτούσα αν κι η μικρή απάντηση που μου 'δωσε δεν ήταν καθόλου ικανοποιητική στα όσα του πρωτόπα, γιατί ποτέ δεν έτυχε να δεις μες στη ζωή σου ένα πουλί να κάθεται σε προτομή γλυμμένη απάνω από τη πόρτα σου να λέει: "Ποτέ πια".


Μα το Κοράκι από κει που ήταν καθισμένο δεν είπε άλλη λέξη πια σα να 'ταν η ψυχή του από τις λέξεις: "Ποτέ πια", γεμάτη από καιρό. Ακίνητο καθότανε, χωρίς ένα φτερό του να κινηθεί σαν άρχιζα να ψιθυρίζω αυτά: "Τόσοι μου φίλοι φύγανε ως και αυτές οι Ελπίδες κι όταν θε να 'ρθει το πρωΐ κι εσύ θε να μου φύγεις". Μα το πουλί απάντησε: "Ποτέ από δω και πια".


Ετρόμαξα στη γρήγορη απάντηση που μου 'πε πάντα εκεί ακίνητο στη προτομήν απάνω. "Σίγουρα" σκέφτηκα, "αυτό που λέει και ξαναλέει θα είναι ό,τι έμαθε από τον κύριό του που αμείλικτη η καταστροφή θα του κοψ' το τραγούδι που θα 'λεγεν ολημερίς και του 'καμε να λέει λυπητερά το "Ποτέ πια" για τη χαμένη ελπίδα".


Μα η θέα του ξωτικού πουλιού μ' έφερε γέλιο κι αρπάζοντας το κάθισμα εκάθισα μπροστά του και βυθισμένος σ' όνειρα προσπάθησα να έβρω τι λέει με τη φράση αυτή, το μαύρο το Κοράκι, το άχαρο, τ' απαίσιο, ο τρόμος των ανθρώπων, σαν έλεγε τις θλιβερές τις λέξεις: "Ποτέ Πια!".


Κι έτσι ακίνητος βαθιά σε μαύρες σκέψεις μπήκα χωρίς μια λέξη μοναχά να πω εις το Κοράκι που τα όλο φλόγα μάτια του μες στη καρδιά με καίγαν. Έτσι σκεφτόμουν έχοντας στο βελουδένιο μέρος του παλαιού καθίσματος γερμένο το κεφάλι, στο μέρος που το χάϊδευαν η λάμψη της καντήλας, εκεί όπου η αγάπη μου δε θ' ακουμπήσει πια!


Τότε ο αγέρας φάνηκε σα να 'ταν μυρωμένος από 'να θυμιατήριο αόρατο που αγγέλοι και Σεραφείμ το κούναγαν και τ' αλαφρά τους πόδια ακούγονταν στο μαλακό χαλί της κάμαράς μου. "Ναυαγισμένε" φώναξα, "αναβολή σου στέλνει με τους αγγέλους, ο Θεός και μαύρη λησμοσύνη για τη χαμένη αγάπη σου την όμορφη Λεονόρα. Πιες απ' το μαύρο το πιοτό της Λήθης και λησμόνα εκείνην όπου χάθηκε". Και το Κοράκι είπε: "Ποτέ από δω και πια!".


Είπα: "Προφήτη των κακών, είτε πουλί είτε δαίμων είτε του μαύρου πειρασμού αποσταλμένε συ είτε στης άγριας θύελλας το μάνιασμα χαμένε, αλλ' άφοβε, στον κόσμο αυτόπου κατοικεί ο Τρόμος, πες μου με ειλικρίνεια, υπάρχει δω στον κόσμο της λύπης κανά βάλσαμο που δίνει η Ιουδαία; Πες μου!", μα κείνο απάντησε: "Ποτέ από δω και πια!".


"Προφήτη", είπα, "δαίμονα, της Συφοράς πουλί, Προφήτης όμως πάντοτε, στον Ουρανό σ' ορκίζω, που απλώνεται από πάνω μας παρηγορήτρα αψίδα, εις του Θεού το όνομα που οι δυο μας τον λατρεύουν, πες μου αν στον Παράδεισο θε ν' αγκαλιάσω κείνη, εκείνη που οι άγγελοι τη λεν Ελεονόρα"; Και το κοράκι απάντησε: "Ποτέ από δω και πια!".


"Ας γίν' η μαύρη φράση σου το σύνθημα να φύγεις", εφώναξα αγριωπός πηδώντας κει μπροστά του. "Πήγαινε πάλι να χαθείς στην άγρια καταιγίδα ή γύρνα στις ακρογιαλιές της Πλουτωνείου Νύχτας ούτ' ένα μαύρο σου φτερό δε θέλω δω ν' αφήσεις ενθύμηση της φράσης σου της ψεύτικης και πλάνας βγάλ' απ' τη δόλια μου καρδιά το ράμφος που 'χεις μπήξει και σύρε τη φανταστική μορφή σου στα σκοτάδια!" Και το Κοράκι απάντησε: "Ποτέ από δω και πια!".


Και το Κοράκι ακίνητο στη προτομή όλο μένει, στης Αθηνάς τη προτομή απάνω από τη πόρτα και τ' αγριωπά τα μάτια του σα του Διαβόλου μοιάζουν όταν μονάχος σκέφτεται. Και το θαμπό λυχνάρι ρίχνει σκια στο πάτωμα σαν πέφτει στο Κοράκι. Και η ψυχή μου ανήμπορη δε θα μπορέσει πια να βγει απ' τον αμφίβολο τον κύκλο της Σκιάς που φαίνεται στο πάτωμα. Ποτέ από δω και πια!
Ποίηση & Λόγος adamaston.blogspot.com


     Κώστας Ουράνης




Ζωή


Κάποιες φορές, σα βράδιαζεν αργά στην κάμαρά μας,
τ᾿ ωχρό κεφάλι γέρνοντας στην αγκαλιά μου απάνω
και με θλιμμένο ανάβλεμμα στυλά κοιτάζοντάς με,
«θα με ξεχάσεις;» ρώταγες «καλέ μου, σαν πεθάνω;»
Δε σ᾿ απαντούσα. Τη φωνή την πνίγαν οι λυγμοί μου,
κι᾿ έσφιγγα με παροξυσμό τ᾿ αδύνατο κορμί σου,
σα να ῾ θελᾳ μες στη ζωή να σε κρατήσω ενάντια
στο Χάρο, για, αν δεν μπόραγα, να πήγαινα μαζί σου.
Γιατ᾿ ήσουν όλη μου ἡ ζωή, χαρά της και σκοπός της,
κι᾿ όσο κι᾿ αν εστρεφόμουνα πίσω στα περασμένα
δεν έβλεπα, δεν ένιωθα κοντά μου άλλη από σένα.
Μου φαίνονταν αδύνατο δίχως εσέ να ζήσω.
Και τώρα που με άφησες, με φρίκη αναλογιέμαι
το θάνατό σου, αγάπη μου, πως πάω να συνηθίσω.


Τα φορτηγά καράβια συλλογίζομαι


Τα φορτηγά καράβια συλλογίζομαι
που γέρασαν και τώρα, λαβωμένα,
χωρὶς ούτε μία βάρδια στο κατάστρωμα,
σαπίζουν στ᾿ ακρολίμανα δεμένα.
Τα φορτηγά καράβια: που ταξίδεψαν
στων πέντε των ηπείρων τα πελάγη
απ του Μουρμὰνκ τη παγερή τη θάλασσα
ίσαμε του Αμαζόνα τα τενάγη.
Τους ναυτικούς τους γέρους συλλογίζομαι
που στα μεγάλα τῶν χειμώνων βράδια
μ᾿ υπομονὴ κι αγάπη -για τα εγγόνια του
(είτε γι᾿ αυτούς;-) μικρά φτιάχνουν καράβια,
και δεν μπορούνε πια να ταξιδέψουνε
μα κάθε μέρα ὡς το λιμάνι πάνε
και, άνεργοι, ανώφελοι και πένθιμοι
σαν κάτι τὶς να χάσανε κοιτάνε.
Τελευταία Σχεδιάσματα
(απόσπασμα...)


Καρπό δεν έκοψα κανένα
από το δέντρο της ζωής,
μονάχα μάζεψα ό,τι βρήκα
να 'ναι πεσμένο καταγής...


... Τώρα γυρίζω και κοιτάζω
και τη ζωή αναμετρώ:
-πόσο μεγάλη ήταν η φόρα,
-πόσο το πήδημα μικρό!


Η Αγάπη




Α! τι ωφελεί να καρτεράς όρθιος στην πόρτα του σπιτιού
και με τα μάτια στους νεκρούς τους δρόμους στυλωμένα,
αν είναι να `ρθει θε να `ρθεί, δίχως να νοιώσεις από πού,
και πίσω σου πλησιάζοντας με βήματα σβησμένα


θε να σου κλείσει απαλά με τ' άσπρα χέρια της τα δυο
τα μάτια που κουράστηκαν τους δρόμους να κοιτάνε
κι όταν, γελώντας, να της πεις θα σε ρωτήσει: "ποια είμαι εγώ;"
απ' της καρδιάς το σκίρτημα θα καταλάβεις ποια 'ναι.


Δεν ωφελεί να καρτεράς! Αν είναι να `ρθει, θε να `ρθεί
κλειστά όλα να `ναι, αντίκρυ σου να στέκεται θα δεις ορθή
κι ανοίγοντας τα χέρια της πρώτη θα σ' αγκαλιάσει.


Αλλιώς, κι αν είναι ολόφωτο το σπίτι για να την δεχτείς
κι έτσι ως την δεις τρέξεις σ' αυτήν κι ομπρός στα πόδια της συρθείς,
αν είναι να `ρθει θε να `ρθεί, αλλιώς θα προσπεράσει.
Ποίηση & Λόγος adamaston.blogspot.com



Τῆς ἀγάπης
(πολυτονική γραφή)


Νά ῾ξερες πῶς λαχτάριζα τὸν ἐρχομό σου, Ἀγάπη
ποὺ ἴσαμε τὰ σήμερα δὲ σ᾿ ἔχω νιώσει ἀκόμα,
μὰ ποὺ ἔνστικτα τὸ εἶναι μου σ᾿ ἀναζητοῦσεν, ὅπως
τὴ γόνιμη ἄξαφνη βροχὴ τὸ στεγνωμένο χῶμα!
Πόσες φορὲς ἀλίμονο! δὲ γιόρτασα, θαρρώντας
πὼς ἐπιτέλους ἔφτασες, Ἐσὺ πού ῾χες ἀργήσει:
Σὰ μυγδαλιά, ποὺ ἡλιόλουστες ἡμέρες τοῦ χειμῶνα
τὴ ξεγελᾶνε, βιάζονταν κι ἐμὲ ἡ ψυχὴ ν᾿ ἀνθίσει.
Μὰ δὲν ἐρχόσουνα ποτὲς καὶ μέρα μὲ τὴ μέρα,
τ᾿ ἄνθια σωριάζονταν στὴ γῆς ἀπὸ τὸν κρύο ἀγέρα
κι εἶναι ἡ ψυχή μου πιὸ γυμνὴ παρὰ προτοῦ ν᾿ ἀνθίσει
καὶ σήμερα, ποὺ ἡ Νιότη μου γέρνει ἀργὰ στὴ δύση,
τοῦ ἐρχομοῦ σου σβήνεται κι ἡ τελευταία ἐλπίδα:
-Φοβᾶμαι πὼς ἐπέρασες, Ἀγάπη καὶ δὲν σ᾿ εἶδα!...


Ποίηση & Λόγος adamaston.blogspot.com