Δευτέρα, 1 Οκτωβρίου 2012

Το Γαλάζιο Kιόσκι- Καίσαρας Εμμανουήλ

Το Γαλάζιο Kιόσκι


Κοντά στη θάλασσα αγαπώ ένα γαλάζιο κιόσκι.
Γύρω απ’αυτό το ειρηνικό παραθαλάσσιο κιόσκι
τα μεσημέρια στάζουνε κόμπους ζεστό χρυσάφι
δίχτυα απλωμένα αντίστροφα σ’ωριμασμένους ήλιους.
Το δείλι, όταν το σχήμα του βυθίζεται στους ίσκιους,
βρίσκουν εκεί καταφυγή φιλέρημα παιδιά,
που επάνω από τ’αντίφεγγα τα δυσμικά του πόντου
αφήνουν βάρκες χάρτινες να φεύγουν σιωπηλά.
Εκεί το αγιόκλημα άλλοτε με την πολύοσμη κόμη
παλαιών εμύρωνε κυριών την ανθηρή ομιλία,
καθώς στο θάλπος των νυκτών του Αυγούστου η ωχρή σελήνη
στάλαζε φίλτρα ερωτικά από μια ανάερη κρήνη.
Τώρα το κιόσκι το παλιό με την εράσμια φρίζα
θρυμματισμένη απ’τη σκληρή της χειμωνιάς αξίνη,
όταν οσιώνεται το φως το ακόλαστο της μέρας,
περνάει στη νύχτα παίρνοντας το μύρο απ’την αιφνίδια
μελαγχολία των σιωπηλών, φιλέρημων εφήβων,
που με το δείλι χάνουνε τις βάρκες, τις ψυχές τους
επάνω από τ’αντίφεγγα τα δυσμικά του πόντου.






"Το κοράκι"
 (Στροφή  πρώτη)
Κάποτε, ένα θλιμμένο μεσονύχτι,
καθώς, αδύνατος και κουρασμένος,
σ΄ ένα σοφό βιβλίο ήμουνα σκυμμένος,
απ’ όλους τώρα χρόνια ξεχασμένο,
καθώς, βαρύ απ΄ τον ύπνο, το κεφάλι
ελίκνιζα, άκουσα άξαφνα ένα κτύπο,
σαν κάποιος να χτυπούσε, να χτυπούσε,
την πόρτα, σιγανά, της κάμαρας μου.
«Κανένας επισκέπτης, δίχως άλλο,
θα ‘ναι αυτός που χτυπά την πόρτα μου», είπα.
«Αυτό, μονάχα αυτό, και τίποτα άλλο.»