Τετάρτη, 23 Μαΐου 2012

"Ερωτικός Λόγος" Γ. Σεφέρης


 «Όπου και να ταξιδέψω, η Ελλάδα με πληγώνει»


Γ. Σεφέρης

"Ερωτικός Λόγος"




Έστι δε φύλον εν ανθρώποισι ματαιότατον,
όστις αισχύνων επιχώρια παπταίνει τα πόρσω,
μεταμώνια θηρεύων ακράντοις ελπίσιν.
ΠΙΝΔΑΡΟΣ



Α'

Ρόδο της μοίρας, γύρευες να βρεις να μας πληγώσεις
μα έσκυβες σαν το μυστικό που πάει να λυτρωθεί
κι ήταν ωραίο το πρόσταγμα που δέχτηκες να δώσεις
κι ήταν το χαμογέλιο σου σαν έτοιμο σπαθί.

Του κύκλου σου το ανέβασμα ζωντάνευε τη χτίση
από τ' αγκάθι σου έφευγε το δρόμου ο στοχασμός
η ορμή μας γλυκοχάραζε γυμνή να σ' αποχτήσει
ο κόσμος ήταν εύκολος. Ένας απλός παλμός.

Β'

Τα μυστικά της θάλασσας ξεχνιούνται στ' ακρογιάλια
η σκοτεινάγρα του βυθού ξεχνιέται στον αφρό.
Λάμπουνε ξάφνου πορφυρά της μνήμης τα κοράλλια...
Ω μην ταράξεις... πρόσεξε ν' ακούσεις τ' αλαφρό

ξεκίνημά της... τ' άγγιξες το δέντρο με τα μήλα
το χέρι απλώθη κι η κλωστή δείχνει και σε οδηγεί...
Ω σκοτεινό ανατρίχιασμα στη ρίζα και στα φύλλα
να 'σουν εσύ που θα 'φερνες την ξεχασμένη αυγή!

Στον κάμπο του αποχωρισμού να ξανανθίζουν κρίνα
μέρες ν' ανοίγουνται ώριμες, οι αγκάλες τ' ουρανού,
να φέγγουν στο αντηλάρισμα τα μάτια μόνο εκείνα
αγνή η ψυχή να γράφεται σαν το τραγούδια αυλού...

Η νύχτα να 'ταν που έκλεισε τα μάτια; Μένει αθάλη,
σαν από δοξαριού νευρά μένει πνιχτό βουητό,
μια στάχτη κι ένας ίλιγγος στο μαύρο γυρογιάλι
κι ένα πυκνό φτερούγισμα στην εικασία κλειστό.

Ρόδο του ανέμου, γνώριζες μα ανέγνωρους μας πήρες
την ώρα που θεμέλιωνε γιοφύρια ο λογισμός
να πλέξουνε τα δάχτυλα και να διαβούν δυο μοίρες
και να χυθούν στο χαμηλό κι αναπαμένο φως.

Γ'

Ω σκοτεινό ανατρίχιασμα στη ρίζα και στα φύλλα!
Πρόβαλε ανάστημα άγρυπνο στο πλήθος της σιωπής
σήκωσε το κεφάλι σου από τα χέρια τα καμπύλα
το θέλημά σου να γενεί και να μου ξαναπείς

τα λόγια που άγγιζαν και σμίγαν το αίμα σαν αγκάλη
κι ας γείρει ο πόθος σου βαθύς σαν ίσκιος καρυδιάς
και να μας πλημμυράει με των μαλλιών σου τη σπατάλη
από το χνούδι του φιλιού στα φύλλα της καρδιάς.

Χαμήλωναν τα μάτια σου κι είχες το χαμογέλιο
που ανιστορούσαν ταπεινά ζωγράφοι αλλοτινοί.
Λησμονημένο ανάγνωσμα σ' ένα παλιό ευαγγέλιο
το μίλημά σου ανάσαινε κι η ανάλαφρη φωνή:

"Είναι το πέρασμα του χρόνου σιγαλό κι απόκοσμο
κι ο πόνος απαλά μες στην ψυχή μου λάμνει
χαράζει η αυγή τον ουρανό, τ' όνειρο μένει απόντιστο
κι είναι σαν να διαβαίνουν μυρωμένοι θάμνοι.

Με του ματιού τ' αλάφιασμα, με του κορμιού το ρόδισμα
ξυπνούν και κατεβαίνουν σμάρι περιστέρια
με περιπλέκει χαμηλό το κυκλωτό φτερούγισμα
ανθρώπινο άγγιγμα στο κόρφο μου τ' αστέρια.

Την ακοή μου ως να 'σμιξε κοχύλι βουίζει ο αντίδικος
μακρινός κι αξεδιάλυτος του κόσμου ο θρήνος
μα είναι στιγμές και σβήνουνται και βασιλεύει δίκλωνος
ο λογισμός του πόθου μου, μόνος εκείνος.

Λες κι είχα αναστηθεί γυμνή σε μια παρμένη θύμηση
σαν ήρθες γνώριμος και ξένος, ακριβέ μου
να μου χαρίσεις γέρνοντας την απέραντη λύτρωση
που γύρευα από τα γοργά σείστρα του ανέμου..."

Το ραγισμένο ηλιόγερμα λιγόστεψε κι εχάθη
κι έμοιαζε πλάνη να ζητάς τα δώρα τ' ουρανού.
Χαμήλωναν τα μάτια σου. Του φεγγαριού τ' αγκάθι
βλάστησε και φοβήθηκες τους ίσκιους του βουνού.

...Μες στον καθρέφτη η αγάπη μας, πώς πάει και λιγοστεύει
μέσα στον ύπνο τα όνειρα, σκολειό της λησμονιάς
μέσα στα βάθη του καιρού, πώς η καρδιά στενεύει
και χάνεται στο λίκνισμα μιας ξένης αγκαλιάς...

Δ'

Δυο φίδια ωραία κι αλαργινά, του χωρισμού πλοκάμια
σέρνουνται και γυρεύουνται στη νύχτα των δεντρών,
για μιαν αγάπη μυστική σ' ανεύρετα θολάμια
ακοίμητα γυρεύουνται δεν πίνουν και δεν τρων.

Με γύρους και λυγίσματα κι η αχόρταγή τους γνώμη
κλώθει, πληθαίνει, στρίβει, απλώνει κρίκους στο κορμί
που κυβερνούν αμίλητοι του έναστρου θόλου οι νόμοι
και του αναδεύουν την πυρή κι ασίγαστη αφορμή.

Το δάσος στέκει ριγηλό της νύχτας αντιστύλι
κι είναι η σιγή τάσι αργυρό όπου πέφτουν οι στιγμές
αντίχτυποι ξεχωρισμένοι, ολόκληροι, μια σμίλη
προσεχτική που δέχουνται πελεκητές γραμμές...

Αυγάζει ξάφνου το άγαλμα. Μα τα κορμιά έχουν σβήσει
στη θάλασσα στον άνεμο στον ήλιο στη βροχή.
Έτσι γεννιούνται οι ομορφιές που μας χαρίζει η φύση
μα ποιος ξέρει αν πέθανε στον κόσμο μια ψυχή.

Στη φαντασία θα γύριζαν τα χωρισμένα φίδια
(Το δάσος λάμπει με πουλιά βλαστούς και ροδαμούς)
μένουν ακόμη τα σγουρά γυρέματά τους, ίδια
του κύκλου τα γυρίσματα που φέρνουν τους καημούς

Ε'

Πού πήγε η μέρα η δίκοπη που είχε τα πάντα αλλάξει;
Δε θα βρεθεί ένας ποταμός να 'ναι για μας πλωτός;
Δε θα βρεθεί ένας ουρανός τη δρόσο να σταλάξει
για την ψυχή που νάρκωσε κι ανάθρεψε ο λωτός;

Στην πέτρα της υπομονής προσμένουμε το θάμα
που ανοίγει τα επουράνια κι είν' όλα βολετά
προσμένουμε τον άγγελο σαν το πανάρχαιο δράμα
την ώρα που του δειλινού χάνουνται τ' ανοιχτά

τριαντάφυλλα... Ρόδο άλικο του ανέμου και της μοίρας,
μόνο στη μνήμη απέμεινες, ένας βαρύς ρυθμός
ρόδο της νύχτας πέρασες, τρικύμισμα πορφύρας
τρίκυμισμα της θάλασσας... Ο κόσμος είναι απλός.

Αθήνα, Οχτώβρης '29 - Δεκέμβρης '30


(από την έκδοση "Γιώργος Σεφέρης, Ποιήματα", Ίκαρος, 1989)



" Κι ειναι η πιο κουφια φυτρα ανθρώπινη, εκείνοι που τα ντοπια τους καταφρονώντας, στρέφουν τα μάτια τους στα μακρινά, τον άνεμο με ελπίδες μάταιες κυνηγώντας."




Red rose of the wind and of fate,
you remained in memory only, a heavy rhythm
rose of the night, you passed, undulating purple
undulation of the sea. . . The world is simple.
G. Seferis 







Πέμπτη, 17 Μαΐου 2012

Θ. Σ. ΕΛΙΟΤ - ΤΙ ΕΙΠΕ Ο ΚΕΡΑΥΝΟΣ -



 Η ΕΡΗΜΗ ΧΩΡΑ
1922
Μετάφραση : Γιώργου Σεφέρη



ΤΙ ΕΙΠΕ Ο ΚΕΡΑΥΝΟΣ 




Ύστερα από το φως του πυρσού κόκκινο σε ιδρωμένα πρόσωπα
Ύστερα από την παγερή σιωπή μέσα στους κήπους
Ύστερα από την αγωνία σε τόπους πετρωτούς
Τις κραυγές και τους αλαλαγμούς
Τη φυλακή το παλάτι και τ’ αντιφέγγισμα
Του ανοιξιάτικου κεραυνού πάνω από μακρινά βουνά
Εκείνος που ήταν ζωντανός είναι τώρα πεθαμένος
Εμείς που ζούσαμε τώρα πεθαίνουμε
Με λίγη υπομονή
Δεν έχει εδώ νερό παρά μονάχα βράχια
Βράχια χωρίς νερό κι ο άμμος του δρόμου
Του δρόμου που ξετυλίγεται στα βουνά
Που είναι βραχόβουνα χωρίς νερό
Αν είχε νερό εδώ-πέρα θα στεκόμασταν να πιούμε
Μέσα στα βράχια πώς να σταθούμε πώς να στοχαστούμε
Ξερός ο ιδρώς και τα πόδια μες στον άμμο
Αν είχε τουλάχιστο νερό στο βράχο
Στόμα νεκρό του βουνού με σάπια δόντια που δεν μπορεί να φτύσει
Εδώ κανείς δεν μπορεί να σταθεί ούτε να πλαγιάσει ούτε να καθίσει
Δεν έχει μηδέ σιωπή μέσα στα βουνά
Μόνο ο ξερός κεραυνός στείρος χωρίς βροχή
Δεν έχει μηδέ μοναξιά μέσα στα βουνά
Μόνο κόκκινα πρόσωπα βλοσυρά σαρκάζουν και γρυλίζουν
Μέσα απ’ τις πόρτες ξεροσκασμένων λασποκαλυβιών
Αν είχε νερό
Χωρίς τα βράχια
Αν ήταν τα βράχια
Μαζί με νερό
Και νερό
Μια πηγή
Μια γούρνα μες στα βράχια
Αν ήταν ήχος μοναχά νερού
Όχι ο τζίτζικας
Και το ξερό χορτάρι τραγουδώντας
Μα ήχος νερού πάνω από βράχο
Εκεί που η τσίχλα κελαηδεί μέσα στα πεύκα
Βριξ βροξ βριξ βροξ βροξ βροξ βροξ
Αλλά δεν έχει νερό
Ποιος είναι ο τρίτος που περπατεί πάντα στό πλάι σου;
Όταν μετρώ, είμαι μονάχα εγώ και συ μαζί μου
Μα όταν κοιτάζω εμπρός τον άσπρο δρόμο
Υπάρχει πάντα κάποιος που περπατεί στο πλάι σου
Γλιστρώντας τυλιγμένος σε καστανό μανδύα, κουκουλωμένος
Αν είναι άντρας αν είναι γυναίκα δεν το ξέρω
– Μ’ αυτός εκεί ποιος είναι απ’ τ’ άλλο πλάι σου;
Ποιος είναι αυτός ο ήχος ψηλά στον αέρα
Μουρμούρισμα μητρικού ολολυγμού
Ποιες είναι αυτές οι κουκουλωμένες ορδές που μερμηγκιάζουν
Πάνω σ’ ατέλειωτους κάμπους, σκοντάφτοντας στη σκασμένη γης
Ζωσμένες από τον ορίζοντα το χαμηλό μονάχα
Ποια είναι η πολιτεία πέρα απ’ τα βουνά
Σκάζει, ξαναγεννιέται, θρουβαλιάζεται μες στο μενεξεδένιο αέρα
Πύργοι πέφτουν
Ιερουσαλήμ Αθήνα Αλεξάντρεια
Βιέννη Λόντρα
Ανύπαρχτες
Μια γυναίκα έσυρε τη μακριά μαύρη της κόμη τεντωμένη
Κι έπαιξε ψίθυρο μουσικής πάνω σ’ αυτή τη χορδή
Και νυχτερίδες με πρόσωπα μωρών μέσα στο φως το μενεξεδένιο
Σφύριξαν και πετάρισαν μια στιγμή
Και σύρθηκαν με τo κεφάλι κάτω στη ρίζα ενός καψαλιασμένου τοίχου
Κι ήτανε πύργοι ανάστροφοι κι ανάεροι
Που σήμαιναν τις ώρες χτυπώντας καμπάνες θυμητικές
Και φωνές τραγουδούσαν μέσα από ξεροπήγαδα και στέρνες αδειανές.
Στη ρημαγμένη τούτη γούβα μέσα στα βουνά
Κάτω απ’ τα’ αχνό φεγγαρόφωτο, τραγουδάει το χορτάρι
Πάνω σ’ αφανισμένους τάφους, γύρω στην εκκλησιά
Εκεί είναι η αδειανή εκκλησία, του αγέρα μόνο κατοικία.
Χωρίς παράθυρα, κι πόρτα παίζει,
Τα ξερά κόκαλα κανένα δεν πειράζουν.
Μόνο ένας κόκορας στάθηκε στο μεσοδόκι
Κου κου ρικου κου κου ρικου
Μέσα στο φέγγος αστραπής Τότες μια νοτερή πνοή
Φέρνοντας τη βροχή
Φύρανε ο Γάγγης, τα πλαδαρά τα φύλλα
Προσμέναν τη βροχή, ενώ τα μαύρα σύννεφα
Συνάχτηκαν μακριά, πάνω απ’ το Χίμαβαντ.
Η ζούγκλα ζάρωσε, κουβαριασμένη σιωπηλά.
Μίλησε τότε ό κεραυνός
ΝΤΑ
Ντάττα: τι έχουμε δώσει;
Φίλε μου, τραντάζει το αίμα την καρδιά μου
Η φοβερή τόλμη μιaς στιγμής παραδομού
Που η εποχή της φρόνησης πότες δε θ’ αναιρέσει
Μ’ αυτή, μόνο μ’ αυτήν, έχουμε υπάρξει
Που κανείς δε θα βρει μες στις νεκρολογίες μας
Μήτε σε θύμησες από την ελεητικήν αράχνη σκεπασμένες
Η κάτω από σφραγίδες που έσπασε ο στεγνός δικηγόρος
Στις άδειες κάμαρές μας
ΝΤΑ
Ντάγιαντβαμ: Άκουσα το κλειδί
Στην πόρτα να γυρίζει μια φορά μια φορά μόνο
Σκεπτόμαστε το κλειδί, καθένας μες στη φυλακή του
Με τη σκέψη του κλειδιού, καθένας βεβαιώνει τη φυλακή του
Μονάχα όταν βραδιάζει, αιθέρια ψιθυρίσματα
Για μια στιγμή ξαναζωντανεύουν έναν τσακισμένο Κοριολανό
ΝΤΑ
Ντάμυατα: Το πλοίο ανταποκρίθηκε
Χαρούμενα, στο χέρι το δεξιό και στο πανί και στο κουπί
Η Θάλασσα ήταν ήσυχη, θα ’χε ανταποκριθεί η καρδιά σου
Χαρούμενα, στην πρόσκληση, πάλλοντας υπάκουη
Σε κυρίαρχα χέρια
Κάθισα στην όχθη
Ψαρεύοντας, και πίσω μου o ξερός κάμπος
Τάχα θα βάλω πια τις χώρες μου σε τάξη;
Της Λόντρας το γιοφύρι πέφτει παει και πέφτει πάει και πέφτει
Poi s’ ascose nel foco che gli affina
Quando fiam uti chelidon – Ω χελιδόνι χελιδόνι
Le Prince d’ Aquitaine à la rour abolie
Με τα συντρίμμια αυτά στύλωσα τα ερείπια μου
Ωραία, θα σας κανονίσω. Πάλι τρελός ο Ιερώνυμος.
Ντάττα. Ντάγιαντβαμ. Ντάμυατα.
Σάντι σάντι σάντι 



 




O Τόμας Στερνς Έλιοτ (Thomas Stearns Eliot, 1888 - 1965)

Τετάρτη, 16 Μαΐου 2012

Ο ΠΡΟΦΗΤΗΣ Χαλίλ Γκιμπράν-Kahlil Gibran



KAHLIL GIBRAN

Ο ΠΡΟΦΗΤΗΣ

(Απόσπασμα-Επίλογος)




«Φεύγω, αλλά αν φεύ-
γω με μια αλήθεια που δεν εκφράστηκε ακόμα,
αυτή η ίδια η αλήθεια θα με γυρέψει πάλι και
θα με μαζέψει, και πάλι θα ξανάρθω».


Και τώρα πια ήταν νύχτα.
Και κείνος είχε φτάσει στους λόφους.
Τα βήματά του τον φέραν στην ομίχλη
και στάθηκε ανάμεσα στα βράχια και τ' άσπρα
κυπαρίσσια που κρύβονταν απ' όλα τα πράγματα
και μίλησε κι είπε:

«Ομίχλη, αδερφή μου, λευκή ανάσα που δεν μπήκες
ακόμα σε καλούπι,
ξαναγυρνώ σε σένα, άσπρη ανάσα κι άφωνη, 
λέξη ανείπωτη ακόμα.


Ομίχλη, φτερωτή αδερφή μου, είμαστε τώρα μαζί
και μαζί θα είμαστε ως τη δεύτερη μέρα της ζωής
που η αυγή της θα σε ρίξει σα δροσιά μέσαστον κήπο
και μένα σα μωρό στον κόρφο μιας γυναίκας
και 'κει θα θυμηθούμε.

Ομίχλη, αδερφή μου, ξαναγυρνώ,
καρδιά που αφουγκράζεται τα βάθη της,
σαν την καρδιά σου, πόθος που πάλλει μα χωρίς σκοπό,
ίδιος με τον πόθο σου,
μια σκέψη που δε συγκεντρώθηκε ακόμα, ίδια η σκέψη σου.

Ομίχλη, αδερφή μου, πρωτόγεννη της μάνας μου,
τα χέρια μου κρατούν ακόμα τους πράσινους σπόρους
που με πρόσταξες να σκορπίσω
και τα χείλη μου είναι σφραγισμένα πάνω στο τραγούδι
που με πρόσταξες να τραγουδήσω·
και δε σου φέρνω καρπό, και δε σου φέρνω αντίλαλους,
γιατί τα χέρια μου ήταν τυφλά, και τα χείλη μου άκαρπα.

Ομίχλη αδερφή μου, πολύ αγάπησα τον κόσμο
κι ο κόσμοςμ' αγάπησε,
Γιατί όλα τα χαμογελά μου ήταν στα χείλη τους
και όλα τα δάκρυά τους ήταν στα μάτια μου.
Κι ωστόσο ανάμεσά μας υπήρχε ένα φαράγγι σιωπής
που ο κόσμος δεν ήθελε να γεφυρώσει
κι εγώ δεν μπορούσα να περάσω.


Ομίχλη, αδερφή μου, αθάνατη αδερφή μου Ομίχλη,
τραγούδησα τ' αρχαία τραγούδια στα μικρά παιδιά μου
και κείνα άκουσαν κι εγω είδα την απορία στην όψη τους ·
αλλ' αύριο ίσως ξεχάσουν το τραγούδι,
και δεν ξέρω σε ποιον θα το πάει ο άνεμος.
Και μ' όλο που δεν ήταν δικό μου, ωστόσο ήρθε στην καρδιά μου
και κατοίκησε για μια στιγμή πάνω στα χείλη μου.

Ομίχλη, αδερφή μου, παρ' όλα όσα έγιναν,
Εγώ είμαι ήρεμος.
Ήταν αρκετό που τραγούδησα σ' αυτούς 
που είχαν κιόλαςγεννηθεί.
Και μ' όλο που το τραγούδι δεν είναι πραγματικά δικό μου,
ωστόσο είναι τραγούδι που βγαίνει μεσ' από τον πιο βαθύ
πόθο της καρδιάς μου.


Ομίχλη αδερφή μου, αδερφή μου Ομίχλη,
Είμαι ένα τώρα με σένα.
Δεν είμαι πια ένας εαυτός.
Οι τοίχοι γκρέμισαν.
Κι οι αλυσίδες έσπασαν.
Ανεβαίνω προς εσένα, σαν ομίχλη,
Και μαζί θα ταξιδέψουμε πάνω απ' τη θάλασσα μέχρι
τη δεύτερη μέρα της ζωής,
Όταν η αυγή θα σε ξαναρίξει σα δροσιά μέσα στον κήπο
Και μένα σα μωρό στον κόρφο μιας γυναίκας.








Μετάφραση

ΕΥΑΓΓΕΛΟΣ ΓΡΑΨΑΣ




Χαλίλ Γκιμπράν, Kahlil Gibran (1883-1991)




Πέμπτη, 3 Μαΐου 2012

Χειμερινό Hλιοστάσιο Στον Aιώνα μας


Χειμερινό ηλιοστάσιο



Τα όνειρα κρατιούνται από μια κλωστή
Τα γυμνά τοπία από τους ατμούς των

Οι πιο ευαίσθητες γραμμές συντρίβονται

Φρουρούν τα σώματα εχθροί
Κλείνουν σταυροί τις πεδιάδες

Και μόνο συ ελπίδα
Έχεις τις πόρτες διάπλατες

Με μια ματιά σου γεννιούνται καβαλλάρηδες

Φορείς τη λάμψη μιας γιορτής

Και μες στη χλόη της φωνής σου
Κατοικούν πουλιά





Τάκης Βαρβιτσιώτης
Από τη συλλογή Χειμερινό ηλιοστάσιο (1955)







 Στον αιώνα μας

Στον αιώνα μας
Ο χρόνος είναι πελιδνός
Μέσα μας κάνει περισσότερο κρύο απ' έξω
Τα βασανιστήρια είναι του συρμού
Οι πληγές αναθάλλουν
Και τα παιδιά μας παίζουν
Γύρω από ένα κρεματόριο
Ενώ η μέρα πλησιάζει στο θλιβερό της τέλος
Μπορείς να βρίσκεσαι ταυτόχρονα
Στη γη και στην κόλαση


 Τάκης Βαρβιτσιώτης
Από τη συλλογή Φαέθων (1992)