ΑΝΔΡΕΑΣ ΕΜΠΕΙΡΙΚΟΣ

Ανδρέας Εμπειρίκος
Οι Αθάνατοι
Πίσω και γύρω από τους αθανάτους των ερήμων και των περιβολιών, τα θνητά φυτά και οι άνθρωποι ζουν και υπάρχουν. Ο ουρανός είναι απύθμενος και η θάλασσα πανδέγμων. Οι άνθρωποι και τα φυτά ζουν την ζωήν των. Εκ πρώτης όψεως, τα πάντα φαίνονται αλλοπρόσαλλα, όμως μια πιο προσεκτική θεώρησις του συνόλου καταδεικνύει στα έκθαμβα μάτια των παρατηρητών ότι παντού υπάρχει μία καταπληκτική συνέπεια, μία δομή, μία αρχιτεκτονική – όχι όμως της επιστήμης, ή του ορθολογισμού, όπως εις τας λιθοδομάς, ή τα άλλα κτίσματα, μα που αποτελεί την κατά ποικίλα διαστήματα προσωρινήν όψιν μιας αείποτε εκτυλισσομένης εντελεχείας, μιας αείποτε πολλαπλασιαζομένης διαρθρώσεως και επικοινωνίας, ενός αείποτε τελουμένου μυστηρίου, που άλλοι το ονομάζουν Κόσμον, άλλοι Χάος , ή Αρμονίαν και άλλοι Θεού σοφίαν.


Μέσα εις αυτήν την απέραντον μεγαλοσύνην και τα μικρά και τα παραμικρά έχουν την πλήρη σημασίαν των και την ανυπολόγιστον βαρύτητά των. Και εντός της αδιαλείπτου παρουσίας του αναμφισβητήτου αυτού συνόλου των μικρών και τεραστίων, των ορατών και αοράτων, των λογικών και των αλόγων, οπίσω και γύρω από τους αθανάτους, που φύονται εις τους κρημνούς και ζουν τόσον εις τας ερήμους όσον και εις τας πόλεις, τα θνητά φυτά, τα ζώα και ημείς οι άνθρωποι, όλοι μαζί, εντός και πέραν του ατομικού, παρά τον θάνατον, εις αιώνα τον άπαντα υπάρχοντες ακμάζομεν.


Γλυφάδα, 7.7.1960


Γραπτά ή Προσωπική Μυθολογία




"...Τα ανδραγαθήματα των μικρών τατάρων και οι ερωτικές των περιπέτειες, βρίσκουν μέσα στο νου μου ένα πεδίον συγκεντρώσεως στις όχθες του Αμούρ. Στην εκλογή αυτού του ποταμού της Σιβηρίας, συνετέλεσε το γεγονός ότι το όνομά του εις την γαλλικήν σημαίνει έρως, και το ότι ο ποταμός Αμούρ διασχίζει χώρες που κατοικούνται από μογγολικές φυλές, στις οποίες ανήκουν και οι τάταροι των παιδικών μου αναμνήσεων. Μα και η αγάπη μου για τις μακρυνές αυτές χώρες, που συμβολίζουν για μένα, άλλα αρχέτυπα αγάπης –Ρωσσία, μητέρα- (η μάνα μου είναι κατά το ήμισυ Ρωσσίς) έπαιξε ένα ρόλο πολύ σημαντικό στην εξεύρεσι αυτού του πεδίου, το οποίον, από την στιγμή που ευρέθη, αποτελεί πλέον σημείον εξορμήσεως και επιστροφής του πλήθους των συσχετίσεων που έρχονται και αποχωρούν απανωτά μέσα στο νου μου, σαν άμπωτις και πλημμυρίς.
Και ο Αμούρ ποτίζει πάντοτε την χώρα αυτή. Το έπος των μικρών τατάρων του Τσόργκουν, το διαδέχεται εδώ, καθώς αντίλαλος των ιαχών αυτών των αγοριών, αλαλαγμός μογγόλων και κοζάκων ζαπορόγων, πέρα από τις στέππες των Κιργκίζ. Τις ατέρμονες ερημικές εκτάσεις, που ενιαχού τις σκεπάζει η τούνδρα, μέσα στη φλόγα του καλοκαιριού, και αλλού τις καλύπτουν πυκνά και παμμεγέθη δάση, τις διασχίζουν τα μικρά νευρώδη ιππάρια των νομάδων και των κατακτητών, ενώ εις τον γλαυκόν αιθέρα, ταξειδεύουν ακοίμητοι και έτοιμοι πάντοτε να επιτεθούν, γύπες και αετοί από τα Αλτάϊα και τα Ιαβλονόϊα όρη, κουρσεύοντας στο διάβα των την πανίδα των υψιπέδων. Αίφνης ένας ήχος οξύς σαν διαπεραστική κραυγή ξεσχίζει τον αέρα. Τούτη τη φορά δεν προέρχεται από ζώο που το χτύπησαν θανάσιμα τα νύχια και το ράμφος ενός αρπακτικού. Μία τολύπη σκάει στον ορίζοντα και ευθύς την ακολουθούν και άλλες πολλές, αμέτρητες –τόσες που σχηματίζουν ένα σύννεφο, που το σπρώχνει και το κατευθύνει η φορά του ανέμου. Μία βοή υπόκωφη πλησιάζει και ένας γδούπος ακούεται σαν να διαβαίνη μια αγέλη από μαμούθ, ή από γιγαντιαία ελάφια του τεταρτογενούς. Έτσι περνά ο Υπερσιβηρικός, ο χαλύβδινος ρήγας της Ασίας.
Και ο Αμούρ εξακολουθεί να ρέη, ποτίζοντας όχι μόνο τις χώρες που διασχίζει, από τα Ιαβλονόϊα όρη μέχρι των εκβολών του στην Οχοτσκική, μα και ολόκληρη την ενδοχώρα εις την οποίαν εισεχώρησε και που ένα μικρό της μόνον μέρος περιέχουν οι σελίδες τούτες.
Και είναι για μένα πάντοτε ο Αμούρ, ο ποταμός, ο Αμούρ ο Έρως.
Προς αυτόν θα συγκλίνουν πάντοτε και θα εκτοξεύωνται πάλι πάντοτε από αυτόν, οι παλμοί και οι παρωθήσεις μας, και σχετικά και άσχετα με τις συνειδητές βουλές μας. Στις όχθες του, θα πολεμούν και θα ειρηνεύουν, θα καταστρέφουν και θα δημιουργούν, θα κοπιάζουν και θα αναπαύωνται, θα θρηνούν και θα αγάλλωνται, θα διψούν και θα δροσίζωνται, όσοι από μας λέγουν το ναι, και όσοι από μας λέγουν το όχι. Είπα πάντοτε Ναι. Πάντα και πάντοτε. Πάντα και πάντοτε θα ρέη ο Αμούρ, και εντός και εκτός, με την παντάνασσα ορμή του, όπως και χθες, όπως και σήμερα, όπως και τώρα που πλημμυρίζει μέσα μου και ξεχειλίζει και με αναγκάζει να κραυγάσω με όλη την δύναμι των πνευμόνων μου: «Αμούρ! Αμούρ!»


Ανδρέας Εμπειρίκος







ΣΥΝΤΟΜΟ ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ


Γεννήθηκε στην Μπράιλα της Ρουμανίας το 1901, γόνος πλούσιας οικογένειας ναυτικών από την Άνδρο. Ο πατέρας του υπήρξε εφοπλιστής και η μητέρα του Στεφανία ήταν κόρη του Ανδριώτη Λεωνίδα Κυδωνιέως και μίας Ρωσίδας που ζούσε στην Σεβαστούπολη. Έτσι αν και έζησε τα παιδικά του χρόνια στην Σύρο, οι περισσότερες αναμνήσεις του ποιητή γεννήθηκαν στην Κριμαία όπου περνούσε τα καλοκαίρια του στα κτήματα του θείου του. Η μνήμη του έχει συγκρατήσει εικόνες από ομαδικές ερωτικές σκηνές μικρών Τατάρων στα χρόνια της εφηβείας τους, στις όχθες του ποταμού Αμούρ στη Σιβηρία. Αυτή θα είναι και η αίσθηση που θα τον συντροφεύει στις αποδράσεις του στο χώρο της γραφής. Το 1920 διακόπτει τις σπουδές του στη Φιλοσοφική σχολή Αθηνών, για να παρακολουθήσει οικονομία στο πανεπιστήμιο της Λοζάννης, ενώ αργότερα φεύγει για το Λονδίνο όπου θα παραμείνει μέχρι το 1925 εργαζόμενος στη ναυτιλιακή εταιρεία του πατέρα του.
Ποίηση & Λόγος adamaston.blogspot.com
Απο το 1926 μέχρι το 1931 το λαμπερό Παρίσι με τις πνευματικές και καλλιτεχνικές ζυμώσεις θα είναι ο φάρος για τον νεαρό Ανδριώτη. Κατά την παραμονή του εκεί ασχολήθηκε εκτός άλλων και με την ψυχανάλυση.
"Συναντήθηκα με ένθεον πλάσμα" θα γράψει όταν συνάντησε τον πατέρα του Υπερρεαλισμού Αντρέ Μπρετόν. Η επιστροφή του στην Αθήνα σηματοδοτήθηκε απο την περίφημη διάλεξή του περί Υπερρεαλισμού. Σε μια κατάμεστη αίθουσα ξενοδοχείου ο Ανδρέας Εμπειρίκος διακήρυττε με επιβλητική φωνή την ύπαρξη ενός νέου λογοτεχνικού ρεύματος που το υπεράσπιζε η Φροϋδική θεωρία και πρακτική. Εκφράζεται με ευγένεια αλλά και πάθος, χωρίς να λυπάται τις λέξεις "που σφυροκοπούσε ενώπιον βλοσυρών αστών που τον κοιτούσαν εχθρικά" όπως θα γράψει αργότερα ένας νεαρός θαυμαστής του, ο οποίος παρακολουθούσε την διάλεξη. Παράλληλα με την διάλεξη του Εμπειρίκου η πολυτελής έκδοση που κυκλοφορούσε στην αγορά, με τίτλο "Υψικάμινος", με τα πρώτα καθαρά υπερρεαλιστικά ποιήματα, θεωρήθηκε ως δυναμική πρόθεση να επιφέρει "βαρύ πλήγμα στην λυρική και ρομαντική ποίηση". Σαν αποτέλεσμα νέοι δημοσιογράφοι (μωρο)φιλόδοξοι, αλλά και η εφημερίδα Εστία αναλαμβάνουν να πλήξουν όχι μόνο τον υπερρεαλισμό αλλά και τους φορείς αυτού. Το έργο αυτό έγινε αντικείμενο χλεύης από τους φιλολογικούς κύκλους. Και ενώ η τρικυμία της κατακραυγής μαίνεται εναντίον του ο ποιητής γράφει ασταμάτητα. Η Ενδοχώρα θα δημοσιευτεί το 1945, τα Γραπτά ή Προσωπική Μυθολογία το 1960, το Αργώ ή Πλους Αεροστάτου το 1980, και το 1990 ο Μεγάλος Ανατολικός. Ο Μεγάλος Ανατολικός είναι ένα μυθιστόρημα που γράφεται καθ' όλη τη διάρκεια του Εμφυλίου πολέμου. Το Βρετανικό υπερωκεάνιο Μεγάλος Ανατολικός στο παρθενικό του ταξίδι στο Νέο κόσμο φιλοξενεί ανθρώπους από όλες τις κοινωνικές τάξεις, τίποτε όμως δεν τους εμποδίζει να συνευρίσκονται ερωτικά, αποβλέποντας όλοι στην ερωτική κοινοκτημοσύνη και κοινοπραξία, στην απόλυτη συνεχή ηδονή που τείνει στην άνευ ορίων και άνευ όρων ανθρώπινη απελευθέρωση. Η πρώτη σύζυγος του, πλάσμα ονειρικό και ελεύθερο τον εγκατέλειψε και έφυγε στο Παρίσι με ένα κοινό τους φίλο. Το 1947 θα παντρευτεί την Βιβίκα Ζήση με κουμπάρο τον Οδυσσέα Ελύτη. Τον Δεκέμβριο του 1944 οι άνδρες της ΟΠΛΑ τον συνέλαβαν και τον οδήγησαν σαν όμηρο μαζί με άλλους στα Κρώρα της Βοιωτίας. Ο ίδιος υπέστη πολλαπλές ανακρίσεις, υπέφερε από οιδήματα και πληγές και τον έσερναν σε μια κατάσταση απόλυτου εξευτελισμού. Όταν κατάφερε να δραπετεύσει δεν σκέφτεται την εκδίκηση ή την πολιτική του προστασία. Γράφει τη Ζέμφυρα ή το μυστικό της Πασιφάης και την Βεατρίκη, που μαζύ με την Αργώ η Πλους αεροστάτου πρόκειται να αποτελέσουν μια ενότητα με τον γενικό τίτλο "Τα χαϊμαλιά του Έρωτα και των Αρμάτων". Τό 1951 εγκατέλειψε την ψυχανάλυση. Οι λόγοι παραμένουν σκοτεινοί. Δέχτηκε ασφυκτικές πιέσεις από άλλους ψυχαναλυτές λόγω των φημολογούμενων σχέσεων του με θεραπευόμενες, και την αυτοχειρία ενός ασθενή του. Θλιμμένος και παροπλισμένος, έζησε απολαμβάνοντας την εκλεκτή παρέα φίλων όπως του Εγγονόπουλου, του Χατζιδάκι, του Θράσου Καστανάκη, του Νίκου Καρούζου, της Νίκης Καραγάτση. Ο Εμπειρίκος δεν επεζήτησε ποτέ να λάβει "αναγνώριση" με την έννοια της καθιέρωσής του ως κανονικού ποιητή με τιμές. Δεν έλαβε ούτε ένα βραβείο, ενώ θα το άξιζε παραπάνω από όλους, γιά την Ενδοχώρα και τα γραπτά του. Έφυγε το 1975 σε ηλικία 74 ετών από καρκίνο του πνεύμονα.
Ποίηση & Λόγος adamaston.blogspot.com