ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΕΛΥΤΗΣ (ΑΛΕΠΟΥΔΕΛΗΣ)



ΓΙΑ ΤΟΝ ΑΝΔΡΕΑ ΕΜΠΕΙΡΙΚΟ
Στη χώρα όπου μας δόθηκε να 'μαστε –χάρη στην άλλη διάσταση– αέαναα παρόντες, ο αδάμας Κο-χι-νορ εξακολουθεί να εξαποστέλλει τις λάμψεις του και οι μακρινές κορυφογραμμές των Άνδεων να κυανωπίζουν μέσα στο γαλακτώδες στερέωμα.
Παρηχητικά μιλώντας, οι δυάδες «Έαρ – Έαρως» και «Άρης – Έρις» εναλλάσουν αμοιβαία τις ιδιότητές τους κι ευφημιστικά, ο έμπειρος Εμπειρίκος παραμένει ο ίδιος άπραγος μεσήλικας με το μαυρόασπρο υπογένειο που καπνίζει Player's και μιλάει σε άπταιστη καθαρεύουσα.




Είναι Παρασκευή βράδυ απόψε αγαπημένε μου Ανδρέα και όμως δεν πρόκειται, όπως συνήθως, να συναντηθούμε. Το λέω λιγότερο με λύπη και περισσότερο με αμηχανία πίστεψέ με. Από την ημέρα που σε άφησα πίσω από κείνες τις λευκές πέτρες της Κηφισιάς, κυριολεκτικά δεν έχω που ν' αποταθώ. Επιτέλους να βρίσκεται ή όχι στη ζωή κανείς, όπως λέει και Μπρετόν, είναι μια φανταστική υπόθεση. Να βλέπει όμως το δέρας που κυνηγούσε σαράντα τόσους χρόνους κρεμάμενο σ' ένα τσιγγέλι να το δέρνουν αέρηδες χωρίς ούτ' ένα χέρι ν' απλώνεται κατά κει, μα την αλήθεια δεν υποφέρεται. Κάποιος, φαίνεται, ταχυδακτυλουργός, ικανός να βγάζει ατέλειωτη σειρά σημαίες από το μανίκι του, συνέπεσε να παρεμβληθεί ανάμεσα στά τέσσερα δισεκατομμύρια βονάσους που παν κουτρουβαλώντας όπου λάχει – και στον ιερέα που πασχίζει να διευθετεί μενεξέδες, καράβια και γυμνά κορίτσια, επάνω στο τέμπλο της θάλασσας το ασημένιο.
Ποιός θα το φανταζόταν ποτέ ότι σε μέρες ειρήνης κι ευημερίας η χάρις θα μπορούσε να υποτιμηθεί; Και όμως. Σήμερα εάν δεν έχεις τίποτα να κερδίσεις απ' αυτό που κάνεις σε κοιτάζουν όλοι με ανοιχτό στόμα. Στα ποιήματα υποκαταστάθηκαν οι εφημερίδες. Κάθε αναλογία ανάμεσα στις συντεταγμένες του χώρου και της τέχνης που τον εκφράζει έπαψε και σαν έννοια στοιχειώδης να υφίσταται. Ως και τα λόγια τα ελληνικά, θα 'λεγες, πεισμώσαν άξαφνα και αρνούνται να υπακούσουν εάν συμβαίνει να είσαι, όχι μόνον από την άποψη της ιθαγένειας αλλά και κατά φαντασίαν, Έλλην. Ήδη, αυτά που λέω, στην ακοή των τρίτων φτάνουν κινέζικα. Κι εμείς που λέγαμε ότι δεν θα γίνουμε ποτέ στρατιώτες! Οι στολές κάπου, σε κάποιο αόρταο εργαστήριο, ετοιμάζονται. Είναι κομμένες ομοιόμορφα όπως οι ιδέες· κι επί πλέον προσφέρονται δωρεάν· το μόνο δωρεάν που ίσως γνωρίσει από δω κι εμπρός η ανθρωπότητα, κατά τα εννέα δέκατα εθελοντής στα ίδια της τα δεσμά.
Ω αν ήταν δυνατόν ένα βότσαλο, και που γυαλοκοπά καθώς αποτραβιέται από το κύμα, να αποκτήσει συνείδηση πως θα μας καταλάβαινε!
Θυμάμαι ακόμη τις βραδιές που ξημερωνόμασταν με βουνό τ' αποτσίγαρα μπροστά μας και ζητούσαμε (από τα «τι» και τα «πως» που είχανε τολμήσει για πρώτη φορά στην ιστορία να θέσουνε οι φίλοι σου της Blace Blancheτο 1923) να βρούμε που άραγες θα μπορούσαμε να φτάσουμε –σε χιλιόμετρα ηθικής μετρώντας– μετά από μισόν αιώνα, όταν μισόν αιώνα πριν, ένας ποιητής όπως ο Ρεμπώ στενεύτηκε από την ανάγκη ν' αυτοεξοντωθεί... Όνειρα νέων, μπορεί. Και μήπως τι άλλο είναι η νεότητα παρά ισχύς φαντασίας, δυνατότητα ονείρου; Στα ρομπότ και στους πυραύλους των αμερικανών «κόμικς» ή στις μπροσούρες και στα επιχορηγούμενα περιοδικά; Ο μισός αιώνας πέρασε και μοιάζουμε κολοβοί όσο ποτέ άλλοτα. Κατά τα φαινόμενα δε γίνεται τίποτα. Η αντίδραση έχει τον τρόπο να επιβάλλεται. Αν χρειαστεί, να είσαι βέβαιος, θα φορέσει και την προσωπίδα του επαναστάτη. Αν καταλάβει πως η πέτρα του σκανδάλου δεν είναι τόσο η κοινωνική αδικία όσο η ηθική θα της αλλάξει όνομα πιθανόν –όμως θα την κρατήσει· επειδή αυτήν την χρειάζεται. Θα πρόκειται πάλι και πάλι και ξανά για την Ηθική, μια κόρη σεμνά ενδεδυμένη, άκρως νευρωτική και μόλις βγαλμένη από κάποιο Κατηχητικό που απλώς του αντικαταστήσανε τους παπάδες.
Η Ποίηση, που από τη φύση της δεν αρκείται ποτέ στη μια όψη των πραγμάτων, έφτασε να 'ναι στις ημέρες μας η μόνη πραγματικά επικίνδυνη για τους εκάστοτε καρατούντες. Εφ' ω και οι πιό έξυπνοι απ' αυτούς τη βάζουν τώρα τελευταία και φωνάζει «ελευθερία», όπως οι κλέφτες για να τρομάξει ο νοικοκύρης –ωσότου ο αφανισμός της συντελεσθεί.
Τριάντα αιώνες και πλέον ο άνθρωπος πασχίζει να βάλει τη μια λέξη κοντά στην άλλη με τέτοιο τρόπο που η σκέψη να εξαναγκάζεται να παίρνει καινούργιες, αδοκίμαστες στροφές. Ιδού που για πρώτη φορά η λειτουργία αυτή σταμάτησε. Είμαστε πανέτοιμοι για τη βλακεία.




Αλλά όταν δεν κάνεις το νάνο ανάμεσα στους νάνους είναι γι' αυτούς πολύ οδυνηρό ν' αναγνωρίσουν και να παραδεχτούν το πραγματικό σου ανάστημα. Πόσο μάλλον όταν μαντεύουν ότι τους φέρνεις μιαν αυγή, που το φως της μήτε να το διανοηθούνε δε θέλουνε. Την ομιλία των σωμάτων οι κοινωνίες φρόντισαν ανέκαθεν, σαν ευσυνείδητες τηλεφωνήτριες, να τη συνδέουν με τη χυδαιότητα. Ο νοσηρός ρασοφόρος και ο νοσηρός ελευθεριαστής δίνουν τα χέρια ώστε όλα εκείνα τα παθητικά κρυφοψιθυρίσματα, όλες εκείνες οι υπέροχες μικρές κραυγές, αντί να ευφράνουν τη συνείδησή μας, να την ταράξουν. Σίγουρα και παρά τη θέληση του Θεού, δεν είμαστε καμωμένοι για να εισπράττουμε προκαταβολές παραδείσου. Παραιτηθείτε μια και καλή από την Ποίηση. Αρκετά παραστήσατε την θρηνούσα Μαινάδα πάνω στα κορμιά που κείτονται χάμου επειδή σεις, με τα χέρια σας, προηγουμένως, τα στραγγαλίσατε. Και βέβαια αισθάνεται σπουδαίος στο Καρναβάλι όποιος ντύθηκε Διάβολος - αλλά όταν η γιορτή πάρει τέλος; "Χρυσή μου φαντασία" που 'λεγε κι ο Breton "αν υπάρχει κάτι που αγαπώ σε σένα είναι ότι δεν συγχωρείς ποτέ". Οι οραματισμοί (του Εμπειρίκου) για μια μέλλουσα ανθρωπότητα, με ουτοπιστική διάθεση, ανώτερη του πλέον ευφάνταστου Φουρριέ... Η ίδρυση Ιμερολυκείων, όπου τα παιδιά θα διδάσκονται την τεχνική των ερωτικών θωπειών και περιπτύξεων, είναι τα πιο πρόχειρα παραδείγματα που μου έρχονται αυτή τη στιγμή στο νου.




Τις νύχτες μια δέσμη διάττοντες αναλογεί στα λόγια που θά 'θελες - αλλά δεν. Από τους ανέμους, προτιμάς εκείνον που πήρε τα μαλλιά της δεξιά. Ποιανής; Ω υπάρχει πάντοτε μία, η ανείπωτη. Το νυχτικό της μυρίζει λουίζα και το παράθυρο της ανάβει πότε ψηλά, πότε χαμηλά κι η ζωή μοιάζει εύκολη σα να κυκλοφορείς με σάνταλα. Το σπίτι με τις θολωτές αψίδες βουτά στο νερό. Που και πού θα 'λεγες κάτι στέγες έχουν απομακρυνθεί στο πέλαγος. Τα "Τρία Κλωνάρια" είναι μια τοποθεσία όπου δεν επήγα ποτέ. Αγαπώ την ποίηση και λησμόνησα τι είχα ξεκινήσει να σου πω. Αντίο


Από τις εκδόσεις Ύψιλον, «Αναφορά στον Ανδρέα Εμπειρίκο»
Wikipedia Οδυσσέας Ελύτης      

Ποίηση & ΛόγοςΑdamaston.blogspot.com


ΟΙ ΚΛΕΨΥΔΡΕΣ ΤΟΥ ΑΓΝΩΣΤΟΥ

α΄

Θυμώνει ο ήλιος, ο ίσκιος του αλυσοδεμένος κυνηγάει τη θάλασσα
Ένα σπιτάκι, δυο σπιτάκια, η φούχτα που άνοιξε από τη δροσιά και μυρώνει τα πάντα
Φλόγες και φλόγες τριγυρνούν ξυπνώντας τις κλειστές πόρτες  των γέλιων
Είναι καιρός να γνωριστούνε οι θάλασσες με τους κινδύνους
Τί θέλετε ρωτά η αχτίδα, και τί θέλετε ρωτά η ελπίδα κατεβάζοντας τ' άσπρο της ποκάμισο
Μα ο άνεμος στέρεψε τη ζέστη, δυο μάτια σκέπτονται
Και δεν ξέρουν που να καταλήξουν είναι τόσο πυκνό το μέλλον τους
Μια μέρα θα 'ρθει που ο φελλός θα μιμηθεί την άγκυρα και θα κλέψει τη γεύση του βυθού
Μια μέρα θα 'ρθει που ο διπλός εαυτός τους θα ενωθεί
Πιο πάνω ή πιο κάτω από τις κορυφές που εράγισε το αποψινό τραγούδι
Του Έσπερου, δεν έχει σημασία, η σημασία είναι άλλου
Ένα κορίτσι, δυο κορίτσια, γέρνουν στα γιασεμιά τους κι αφανίζονται
Μένει ένα ρυάκι να τα εξιστορήσει μα έσκυψαν να πιουν εκεί ακριβώς οι νύχτες
Μεγάλα περιστέρια και μεγάλα αισθήματα καλύπτουν τη σιγή τους
Φαίνεται πως το τέτοιο πάθος τους είναι ανεπανόρθωτο
Και κανείς δεν ξέρει αν έρθει ο πόνος να γδυθεί μαζί τους
Σπανίζουνε οι παγίδες, άστρα γνέφουνε στους εραστές τα μάγια τους
Όλα σκιρτούνε, συσπειρώνονται - ήρθε φαίνεται πια η αθανασία
Που ζητάνε τα χέρια σφίγγοντας τη μοίρα τους που άλλαξε σώμα κι έγινε άνεμος
Δυνατός- η αθανασία φαίνεται ήρθε.

β'

Υπερήφανα χόρτα, ο φίλος έχασε το φίλο του, όλα εκεί αναπαύονται
Μια σκληρή φωνή κατοίκησε σ' αυτή την πεδιάδα
Μια βουλιαγμένη σαύρα σύρθηκε στην επιφάνεια
Εσείς πού ήσαστε όταν κόπηκε ο λαιμός μιας τέτοιας μέρας
Πού ήσαστε, φύλλα με φύλλα, σιγοπερπατάει ο κόσμος
Σκάζουν τα φρούτα στο κατώφλι ενός λυγμού
Κανείς δεν αποκρίνεται
Ω μεθυσμένο μονοπάτι που έψαξες έψαξες την τρυφερότητα
Στα δάχτυλα του κόπου και σε τρόμαξαν οι αυγές που χάραζαν
Ριψοκινδυνεύοντας το φως τους τυλιγμένο δάσος κάτω απ' τη σιωπή.
Μήτε ριγμένα ζάρια δεν ξαμώνουν κατά τέτοιο τρόπο την έμπνευση
Μήτε στυμμένοι θόρυβοι δεν εξαντλούνε κατά τέτοιο τρόπο την πνοή
Πολύχρωμα φουγάρα πέμπουνε την άπιαστη μελαγχολία τους
Στις αψίδες που τρέμουν, τρέμουν τα πουλιά επιδίδονται στο μέτρημα των ονείρων τους
Ακούγεται η κωπηλασία στην τέφρα που άφησε σημάδια νεότητας
Και κανείς δεν ξέρει από που ανοίγει αυτό το στήθος
Και κανείς δεν ξέρει από πότε άρχισε να ζει
Στις σγουρές αγωνίες τους νιώθουνται οι φωνές αποκεφαλισμένες
Που τρυπούνε το έδαφος πύρινα κλαδιά μιας πολιτείας υδάτινης
Ω Γαλήνη που λύνεσαι, ρευστή παρουσία στις κόρες των ματιών
Στις άρπαγες του ύπνου στα μελίσσια των χωρών της θύμησης!

ε΄

Είναι κοντά η πτυχή του ανέμου που θροεί τον γαλάζιο της περιστερεώνα - η χυμώδης πτυχή
Που ζυγίζει στο χνούδι της ερεθισμένες αιώρες
Όταν τα γέλια μυτερά σπάνε τα τσόφλια της αυγής αγγέλνοντας το ηλιόβγαλμα
Κι όλο το πρόσωπο της γης λάμπει από μαργαρίτες
Όχι, δεν είναι σήμερα η στερνή μας λέξη, δεν τελειώνει ο κόσμος
Δε λιώνει σήμερα η ελπίδα μου, με χλωρά σπαρτά γεμίζει τις φωλιές των ήχων

Εύθυμα στόματα φίλησαν κορίτσια, στα κεράσια κρέμασαν την ηδονή
Δέντρα μεγάλα στάζουνε ήλιο είναι άκακα και σκέπτονται  σαν ίσκιοι πού τρέχουνε
Για κάτι ωραίο -σήμερα είναι ωραίο το προβαλλόμενο δράμα
Δροσερό μεσημέρι αφησμένο σαν βάρκα που έπλευσε όλο πάθος
Στοιβαγμένη τραγούδια και σινιάλα που τρέμουν σαν βουνοκορφές
Μακριά μακριά είναι οι μαρμάρινες επαύλεις των γυμνών γυναικών
Η καθεμιά τους ήτανε άλλοτε σταγόνα
Η καθεμιά τους είναι τώρα φως
Περνούνε το φουστάνι τους όπως περνά η μουσική στους λόφους το στεφάνι της
Και ζούνε μες στον ύπνο τους κισσούς που ζώνουν
Μακριά μακριά είναι οι καπνοί των λουλουδιών οι οριζόντιες λίμνες των ναρκίσσων
Τιμονιέρηδες κεφάτοι οδηγούν εκεί τα σκάφη των γοητειών
Γερμένοι στο 'να τους πλευρό - τ' άλλο τους είναι θαλερός τόπος ευωχιών
Τόσες δα μέλισσες και τόσες δα κλεψύδρες ιστορούνε κι υφαίνουνε το ανθρώπινο είδος

Σ' ένα πελώριο διάστημα χύνεται το φως
Γεμίζει οράματα γλυπτά κι είδωλα φέγγους
Είναι τα μάτια πια που κυριαρχούν - η γη τους είναι απλή και κορυφαία
Καλοσύνης κοιτάσματα ένα ένα, σαν φλουριά κομμένα μες στον ήλιο
Μες στα χείλια, μες στα δόντια, ένα ένα τ' αμαρτήματα
Της ζωής, αγαθά ξεφλουδισμένα.

ς'

Νυχτερινό υφαντούργημα
Των κρίνων φλοίσβος που γυμνώνει τ' αυτιά και διασκορπίζεται
Νιώθω στους ώμους της ζωής το σκίρτημα που βιάζεται ν' αδράξει το έργο
Νιότη που θέλει άλλη μια ευκαιρία αιωνιότητας
Και στην εύνοια των ανέμων ρίχνει το κεφάλι της αδιαφορώντας

Υπάρχει ένα στήθος που χωράει τα πάντα, μουσική που κυριεύει στόμα που ανοίγει
Σ' άλλο στόμα - κόκκινο παιγνίδι κλαδεμένο απ' τον ίλιγγο
Ακόμα ένα φιλί και θα σου πω για ποιο σκοπό τις σιωπές μου μάτωσα έτσι
Ακόμα ένα χιλιόμετρο και θα σου δείξω γιατί βγήκα σ' ένα τέτοιο αγνάντεμα
Όπου παθαίνεται ο λυγμός ζητώντας άλλ' αστέρια
Ψάχνοντας με φθαρτές χειρονομίες την άμμο που άφησαν
ανασκαμμένη των ερώτων οι σπασμοί

Δόθηκαν τα φτερά στα δευτερόλεπτα
Φεύγει ο κόσμος, άλλος έρχεται, στην παλάμη του διαβάζει ρόδα και γιορτές
Φεύγει ο κόσμος, είμαι σ' ένα κύμα του, εμπιστεύομαι όλος στη φορά του
Μέτωπα φέγγουν, δάχτυλα ερευνούν τον ύπνο που πιστεύουνε
Μα ποια βουή, ποιο σπήλαιο είναι αυτό που καλεί την αγνότητα
Γλάρου στιγμή οριζόντια επάνω από τα πάθη, βάρκα ευτυχισμένη ορμητήριο αναπάντεχο
Θα βγω στις άσπρες πύλες του μεσημεριού χτυπώντας με λαλιές τα γαλανά αναστάσιμα
Κι όλα τα κρύα νησιά θ' ανάψουν τα μαλλιά τους για να σεργιανίσουν
Με αθώες φλόγες και με βότσαλα τα ερωτικά πελάγη
Θα μηνύσω στα γυμνά καλοκαίρια την πιο σίγουρη στιγμή της πλώρης
Που χαρούμενη σχίζει τις υγρές ελπίδες των απλών καλών ανθρώπων.

 ζ΄

Στην άγνοια ξεκουράζεται ο ουρανός
Στην κουπαστή του ύπνου ο άνθρωπος
Τυχερός αιχμάλωτος μιας φλόγας που αθωώνεται γράφοντας τ' αρχικά της στο σκοτάδι
Απλωμένο σ' άλλον κόσμο των κλειστών βλεφάρων προνομιούχο
Πιο κοντά στην κλειδαριά
Μεγάλου μυστικού που ανύποπτο σαλεύει προς τη λύτρωση
Εφαρμόζει ο πόθος τις εικόνες του, ζωή που υπάρχει σ' άλλη ζωή
Αίμα που τρέχει από τα μάτια μου, στις πράξεις των ηρώων του (άστρο εχέμυθο)
Και τρέμει ο μόχθος των χεριών μου, υψώνεται ως τα χρώματα του θυρεού της λήθης
Βλέπω το γέλιο που έγραψε τη μοίρα του
Βλέπω το χέρι που έδωσε το ρίγος του
Και τυλίγομαι σύννεφα που εύκολα ξεδιαλύνει μια φτυαριά ουρανού καθάριου.

Έμπιστο φως ξαναγεμίζεις το άλσος μου, έτοιμος είμαι στο προσκάλεσμά σου
Είμαστε δυο, και παρακάτω η ακροθαλασσιά πάλι με τις πιο γνώριμες κραξιές των γλάρων
Όπου κι αν βάλω πλώρη εδώ αράζω, το σκοτάδι με χρωστάει στο φως
Η γη στη θάλασσα, ή φουρτούνα στη γαλήνη
Κρεμασμένος απ' τα κρόσσια μιας αυγής που εξάγνισε τα νύχτια παρελθόντα
Γεύομαι τους καινούριους ήχους, άθλους της δροσιάς που επίστεψαν στα δέντρα
Μια χλωρή παρουσία προχωράει στις ρίζες της κι αποκτάει τη μέρα
Σαν καρδιά που μπαίνει πια στη θέση της
Σαν γυναίκα που νιώθει πια τα νιάτα της
Και χαρίζει ανοίγοντας τους κόσμους των ματιών της ηδονή ανεξάντλητη
Μέρα ξανθή, του ήλιου ανταμοιβή και του Έρωτα.
Ποίηση & Λόγος adamaston.blogspot.com 
                                ΠΟΙΗΜΑΤΑ


Ἡλικία τῆς γλαυκῆς θύμησης


Ἐλαιῶνες κι ἀμπέλια μακριὰ ὡς τὴ θάλασσα
Κόκκινες ψαρόβαρκες μακριὰ ὡς τὴ θύμηση
Ἔλυτρα χρυσὰ τοῦ Αὐγούστου στὸν μεσημεριάτικο ὕπνο
Μὲ φύκια ἢ ὄστρακα. Κι ἐκεῖνο τὸ σκάφος
Φρεσκοβγαλμένο, πράσινο, ποὺ διαβάζεις ἀκόμη
στὴν εἰρήνη τὸν κόλπου τῶν νερῶν ἔχει ὁ Θεός.


Περάσανε τὰ χρόνια φύλλα ἢ βότσαλα
Θυμᾶμαι τὰ παιδόπουλα τοὺς ναῦτες ποὺ ἔφευγαν
Βάφοντας τὰ πανιὰ σὰν τὴν καρδιά τους
Τραγουδοῦσαν τὰ τέσσερα σημεῖα τοῦ ὁρίζοντα.
Κι εἶχαν ζωγραφιστοὺς βοριάδες μὲς στὰ στήθια.


Τί γύρευα ὅταν ἔφτασες βαμμένη ἀπ᾿ τὴν ἀνατολὴ τὸν ἥλιου
Μὲ τὴν ἡλικία τῆς θάλασσας στὰ μάτια
Καὶ μὲ τὴν ὑγεία τὸν ἥλιου στὸ κορμὶ - τί γύρευα
Βαθιὰ στὶς θαλασσοσπηλιὲς μὲς στὰ εὐρύχωρα ὄνειρα
Ὅπου ἄφριζε τὰ αἰσθήματά του ὁ ἄνεμος;
Ἄγνωστος καὶ γλαυκὸς χαράζοντας στὰ στήθια μου
τὸ πελαγίσιο του ἔμβλημα.
Μὲ τὴν ἄμμο στὰ δάχτυλα ἔκλεινα τὰ δάχτυλα
Μὲ τὴν ἄμμο στὰ μάτια ἔσφιγγα τὰ δάχτυλα
Ἦταν ἡ ὀδύνη


Θυμᾶμαι ἦταν Ἀπρίλης ὅταν ἔνιωθα πρώτη
φορᾶ τὸ ἀνθρώπινο βάρος σου.
Τὸ ἀνθρώπινο σῶμα σου πηλὸ κι ἁμαρτία
Ὅπως τὴν πρώτη μέρα μας στὴ γῆ.
Γιόρταζαν οἱ ἀμαρυλλίδες - Μὰ θυμᾶμαι πόνεσες
Ἤτανε μία βαθιὰ δαγκωματιὰ στὰ χείλια
Μία βαθιὰ νυχιὰ στὸ δέρμα κατὰ κεῖ ποὺ
χαράζεται παντοτινὰ ὁ χρόνος.


Σ᾿ ἄφησα τότες
Καὶ μία βουερὴ πνοὴ σήκωσε τ᾿ ἄσπρα σπίτια
Τ᾿ ἄσπρα αἰσθήματα φρεσκοπλυμένα ἐπάνω
Στὸν οὐρανὸ ποὺ φώτιζε μ᾿ ἕνα μειδίαμα.
Τώρα θά ῾χω σιμά μου ἕνα λαγήνι ἀθάνατο νερό
Θά ῾χω ἕνα σχῆμα λευτεριᾶς ἀνέμου ποὺ κλονίζει
Κι ἐκεῖνα τὰ χέρια σου ὅπου θὰ τυραννιέται ὁ ἔρωτας
Κι ἐκεῖνο τὸ κοχύλι σου ὅπου θ᾿ ἀντηχεῖ τὸ Αἰγαῖο.

(Προσανατολισμοί) ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΕΛΥΤΗΣ
Ποίηση & Λόγος adamaston.blogspot.com

ΤΗΣ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ


Της δικαιοσύνης ήλιε νοητέ
και μυρσίνη εσύ δοξαστική
μη παρακαλώ σας μη
λησμονάτε τη χώρα μου


Αετόμορφα τα έχει τα ψηλά βουνά
στα ηφαίστεια κλίματα σειρά
και τα σπίτια πιο λευκά
στου γλαυκού το γειτόνεμα


Τα πικρά μου χέρια με τον κεραυνό
τα γυρίζω πίσω απ'τον καιρό
τους παλιούς μου φίλους καλώ
με φοβέρες και μ'αίματα


Της δικαιοσύνης ήλιε νοητέ
και μυρσίνη εσύ δοξαστική
μη παρακαλώ σας μη
λησμονάτε τη χώρα μου
μη παρακαλώ σας μη
λησμονάτε τη χώρα μου


                                     ΕΛΕΝΗ

Με την πρώτη σταγόνα της βροχής σκοτώθηκε το κα-
λοκαίρι
Μουσκέψανε τα λόγια που είχανε γεννήσει αστροφεγγιές
Ολα τα λόγια που είχανε μοναδικό τους προορισμόν Ε-
σένα!
Κατά που θ' απλώσουμε τα χέρια μας τώρα που δε μας
λογαριάζει πια ο καιρός
Κατά που θ' αφήσουμε τα μάτια μας τώρα που οι μακρι-
νές γραμμές ναυάγησαν στα σύννεφα
Τώρα που κλείσανε τα βλέφαρά σου απάνω στα τοπία
μας
Κι είμαστε - σα να πέρασε μέσα μας η ομίχλη -
Μόνοι ολομόναχοι τριγυρισμένοι απ' τις νεκρές εικόνες σου.


Με το μέτωπο στο τζάμι αγρυπνούμε την καινούργια οδύνη
Δεν είναι ο θάνατος που θα μας ρίξει κάτω μια που Εσύ
υπάρχεις
Μια που υπάρχει αλλού ένας άνεμος για να σε ζήσει ολά-
κερη
Να σε ντύσει από κοντά όπως σε ντύνει από μακριά η ελ-
πίδα μας
Μια που υπάρχει αλλού
Καταπράσινη πεδιάδα πέρ' από το γέλιο σου ως τον ήλιο
Λέγοντάς του εμπιστευτικά πως θα ξανασυναντηθούμε
πάλι
Οχι δεν είναι ο θάνατος που θ' αντιμετωπίσουμε
Παρά μια τόση δα σταγόνα φθινοπωρινής βροχής
Ενα θολό συναίσθημα
H μυρωδιά του νοτισμένου χώματος μέσ' στις ψυχές μας
που όσο παν κι απομακρύνονται


Κι αν δεν είναι το χέρι σου στο χέρι μας
Κε αν δεν είναι το αίμα μας στις φλέβες των ονείρων σου
Το φως στον άσπιλο ουρανό
Κι η μουσική αθέατη μέσα μας ώ! μελαγχολική
Διαβάτισσα όσων μας κρατάν στον κόσμο ακόμα
Είναι ο υγρός αέρας η ώρα του φθινοπώρου ο χωρισμός
Το πικρό στήριγμα του αγκώνα στην ανάμνηση
Που βγαίνει όταν η νύχτα πάει να μας χωρίσει από το φως


Πίσω από το τετράγωνο παράθυρο που βλέπει προς τη
θλίψη
Πσυ δε βλέπει τίποτε
Γιατί έγινε κιόλας μουσική αθέατη φλόγα στο τζάκι χτύ-
πημα του μεγάλου ρολογιού στον τοίχο
Γιατί έγινε κιόλας
Ποίημα στίχος μ' άλλον στίχο αχός παράλληλος με τη
βροχή δάκρυα και λόγια
Λόγια όχι σαν τ' άλλα μα κι αυτά μ' ένα μοναδικό τους
προορισμόν : Εσένα!


Επίγραμμα


Πριν απ' τα μάτια μου ήσουν φως
Πριν απ' τον Έρωτα έρωτας
Κι όταν σε πήρε το φιλί
Γυναίκα.




ΤΟ ΜΟΝΟΓΡΑΜΜΑ
Πενθώ τον ήλιο και πενθώ τα χρόνια που έρχονται
Χωρίς εμάς και τραγουδώ τ’ άλλα που πέρασαν
Εάν είναι αλήθεια Μιλημένα τα σώματα και οι βάρκες που έκρουσαν γλυκά
Οι κιθάρες που αναβόσβησαν κάτω από τα νερά
Τα «πίστεψέ με» και τα «μη»
Μια στον αέρα, μια στη μουσική
Τα δύο μικρά ζώα, τα χέρια μας
Που γύρευαν ν’ ανέβουνε κρυφά το ένα στο άλλο
Η γλάστρα με το δροσαχί στις ανοιχτές αυλόπορτες
Και τα κομμάτια οι θάλασσες που ερχόντουσαν μαζί
Πάνω από τις ξερολιθιές, πίσω από τους φράχτες
Την ανεμώνα που κάθισε στο χέρι σου
Κι έτρεμε τρεις φορές το μωβ τρεις μέρες πάνω από τους καταρράχτες
Εάν αυτά είναι αλήθεια τραγουδώ
Το ξύλινο δοκάρι και το τετράγωνο φαντό
Στον τοίχο, τη Γοργόνα με τα ξέπλεκα μαλλιά
Τη γάτα που μας κοίταξε μέσα στα σκοτεινά
Παιδί με το λιβάνι και με τον κόκκινο σταυρό
Την ώρα που βραδιάζει στων βράχων το απλησίαστο
Πενθώ το ρούχο που άγγιξα και μου ήρθε ο κόσμος.
Από τη συλλογή Το μονόγραμμα (1972)
Ποίηση & ΛόγοςΑdamaston.blogspot.com