Τετάρτη, 14 Ιανουαρίου 2015

À UN POÈTE MORT (Σε ένα νεκρό ποιητή)


 

 
 

Leconte de Lisle

 
Σε απόδοση Μαρίας Πολυδούρη
 

 
Μ. Πολυδούρη 1920
 


À UN POÈTE MORT
 
 
Συ που τα μάτια σου, το φως διψώντας, επλανιόνταν
από το θείο χρωματισμό στην αιωνία γραμμή
κι’ απ’ τη σάρκα τη ζωντανή στων ουρανών το φέγγος,
κοιμήσου ήσυχα, η νυχτιά το βλέφαρό σου κλει.
 

Να ιδής, ν’ ακούσης, να αιστανθής; Καπνός, άνεμος, σκόνη!
Ο έρωτας; Κούπα ολόχρυση γεμάτη από χολή.
Σαν ένας Θεός που απ’ το βωμό λιποταχτεί από πλήξη,
στρέψε, σκόρπα στην άπειρη ύλη που σε καλεί.
 

Πάνω στο άφωνο μνήμα σου, στα οστά τ’ αναλωμένα
ας χύνουν οι άλλοι ή και κανείς δάκρια συνηθισμένα
κι ας σε δοξάζη ή ας σε ξεχνά η χυδαία σου εποχή.
 

Εγώ ζηλεύω που βαθιά στην ήσυχή σου κλίνη
σ’ απάλλαξε η ζωή και δε γνωρίζεις την αισχύνη
να σκέφτεσαι, ένας άνθρωπος νάσαι, αποστροφή!



 
 
À UN POÈTE MORT


 
 





À un Poète mort


Toi dont les yeux erraient, altérés de lumière,
De la couleur divine au contour immortel
Et de la chair vivante à la splendeur du ciel,
Dors en paix dans la nuit qui scelle ta paupière.

Voir, entendre, sentir ? Vent, fumée et poussière.
Aimer ? La coupe d’or ne contient que du fiel.
Comme un Dieu plein d’ennui qui déserte l’autel,
Rentre et disperse-toi dans l’immense matière.

Sur ton muet sépulcre et tes os consumés
Qu’un autre verse ou non les pleurs accoutumés,
Que ton siècle banal t’oublie ou te renomme ;


Moi, je t’envie, au fond du tombeau calme et noir,
D’être affranchi de vivre et de ne plus savoir
La honte de penser et l’horreur d’être un homme !


en.wikipedia.org/wiki/Leconte_de_Lisle
 
 



Τρίτη, 13 Ιανουαρίου 2015

La bocca solevo dal fiero pasto...

ΘΕΊΑ ΚΩΜΩΔΊΑ
Δάντης
 
Σε απόδοση
ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗ ΒΑΛΑΩΡΙΤΗ
 

Κόλαση, Άσμα τριακοστό τρίτο
La bocca solevo dal fiero pasto...

Τὰ δόντια του ἐξεκάρφωσεν αὐτὸς ὁ κολασμένος
ἀπὸ τὴν κάρα τὴ φριχτή, πὤτρωγε λιμασμένος.
Τὰ λερωμένα χείλη του σφιγγίζει στὰ μαλλιά
κι’ ἀρχίζει ν’ ἀποκρένεται μὲ φοβερὴ μιλιά:
«Θέλεις ν’ ἀνοίξω μιὰ πληγή, ὁποῦ ἀπὸ τόσους χρόνους
κρατῶ κλεισμένη στὴν ψυχή, καὶ νὰ ξυπνήσω πόνους,
ποὺ μοῦ δαγκοῦν τὰ σωθικὰ καὶ πρὶν τοὺς ξεφωνήσω;
Τέτοιο φαρμάκι ἀγνώριστο γιατὶ θέλεις νὰ χύσω;
Ἀλλ’ ἂν θὰ γίνῃ ἡ ἀνήκουστη, ἡ μαύρη μου ἱστορία
σπόρος νὰ δώσῃ γιὰ καρποὺς κατάραις κι’ ἀτιμία
εὶς τὸν προδότη, π’ ἄκοπα τρώγω σ’ αὐτὴν τὴν ἄκρη,
θὰ τὴν ξεθάψω ἀπ’ τὴν καρδιὰ κι’ ἂς τὴν ποτίσω δάκρυ.
Ποιὸς εἶσαι σὺ δὲν τὸ ρωτώ, οὔτε ζητῶ νὰ μάθω
ποιὸς τάχα νὰ σ’ ὡδήγησε κάτου σ’ αὐτὸν τὸν βάθο.
Ἀλλὰ σ’ ἀκούω καὶ φαίνεσαι ὅτ’ εἶσαι Φλωρεντῖνος.
Ὡς τόσο μάθε ὅτ’ εἶμ’ ἐγὼ ὁ κόμης Οὐγκολῖνος,
κι’ αὐτὸς ὁ ἀρχιεπίσκοπος Ρουγέρης ὁ Πιζᾶνος·
τὼρα θ’ ἀκούσῃς τὶ χρωστᾷ σ’ ἐμένα αὐτὸς ὁ πλάνος.
Τὸ πῶς ἐγὼ ἐμπιστεύθηκα στὴν ἄτιμη ψυχή του
καὶ πῶς ἐξεγελάστηκα μὲ τὴν πλαστὴ ἀρετή του,
πῶς προδομένος ἔπεσα στ’ ἀνίερό του χέρι
καὶ πῶς ἐθανατώθηκα, ὅλος ὁ κόσμος ξέρει.
Ἀλλὰ κἀνεὶς δὲν ἄκουσε, κρύβει βαθὺ σκοτάδι
τὸ φόνο, πωὕρηκα γιὰ μέ, πῶς μ’ ἔστειλε στὸν Ἅδη.
Αὐτὸ θὰ μάθῃς καὶ θὰ ἰδῇς τ’ εἶν’ τὸ παράπονό μου.
Μέσα στὴ μαύρη φυλακή, π’ ἀπὸ τὸ θάνατό μου
τῆς πείνας πῆρε τ’ ὄνομα, στενόχωρη θυρίδα
ἄφινε κ’ ἔφθαν’ ἕως ἐμὲ φωτὸς καμμιὰν ἀχτίδα.
Ἐκεῖθεν εἶχα ὁ δύστυχος πολλαῖς φοραῖς μετρήσει
τὴν ἀλλαγή τοῦ φεγγαριοῦ, προτοῦ νὰ μὲ ξαφνίσῃ
ἕν’ ὄνειρο παράδοξο ποὺ φώτισε τὸ νοῦ μου
καὶ μὤδειξε τὴ μοῖρά μου καὶ τὴ βουλὴ τοῦ ἐχθροῦ μου.
Μοῦ φάνηκε στὸν ὕπνο μου αὐτὸς ἐδ' ὁ προδότης
σἄν ἀρχηγὸς πολεμιστής, ὄχι ποτὲ δεσπότης,
ποὺ κυνηγοῦσε κ' ἔσπρωχνε τυφλὰ τὴ συντροφιά του
ἕνανε λύκο πὤφευγε μὲ τὰ λυκόπουλά του
νὰ πιάσῃ ἐπάνω στὸ βουνὸ πὦλόρθο δὲν ἀφίνει
στὴ Λούκκα ἡ Πίζα ἐλεύθερη ματιὰ ποτὲ νὰ δίνῃ.
Ἔτρεχ' αὐτὸς μὲ φλογεροὺς ξεχαμνισμένους σκύλους
πάντοτ' ἐμπρός, πάντοτ' ἐμπρὸς καὶ τοὺς πιστούς του φίλους
Γουαλάνδους εἶχε στὸ πλευρό, Λανφράγκους καὶ Σισμόντας.
Σὲ λίγο οἱ λύκοι ἐδείλιασαν κ' οἱ σκύλοι τότε ὁρμῶντας
σχίζουν πατέρα καὶ μικρὰ μὲ δόντια λυσσασμένα.
Πρὶν φέξῃ φεύγει τ' ὄνειρο. Ξυπνῶ κι' ἀκούω σκιασμένα
ἀπὸ παρόνοιο φάντασμα νὰ κλαῖν ἐκεῖ σιμὰ μου
καὶ νὰ ζητοῦν λίγο ψωμὶ τ' ἄχαρα τὰ παιδιά μου.
Θἆσαι σκληρὸς πάραπολυ, ἄν δὲν πονῇς ἀκόμη
προβλέποντας τὶ χαλασμοὶ μ' ἐπρόσμεναν, τὶ τρόμοι!
Καὶ πότε, πότε κλαῖς ἐσύ, ἄν δὲ θὰ κλάψῃς τώρα;...
Σηκώθηκαν τὰ δύστυχα. Εἶχε περάσει ἡ ὥρα,
ποὺ τὴν τροφὴ μᾶς ἔρριχναν. Προσμένουν μὲ λαχτάρα,
γιατὶ θυμοῦνται τ' ὄνειρο κ' ἔχουν κρυφὴ τρομάρα.
Ἄκουσα τότε πὤκλεισαν τοῦ πύργου μας τὴ θύρα
κ' ἐστήλωσα τὰ μάτια μου πάνω σὲ κάθε κλῆρα.
Ἔκλαιγαν ὅλα τὰ φτωχά. Μόνος ἐγὼ δὲν κλαίγω,
ἐπέτρωσαν τὰ σπλάχνα μου κι' οὔτε μιὰ λέξη λέγω.
Τόσο π' ὁ Ἄνσελμός μου ὁ μικρς μ' ἐρώτησε: «Πατέρα!
Γιατί, γιατὶ τέτοια ματιά; Τ' ἔχεις, καλὲ πατέρα;»
Ἀλλ' οὔτε τότ' ἐδάκρυσα, οὔτ' ἔδωκα καμμία
εἰς τὸ παιδί μου ἀπάντηση. Βουβὴ ἀπελπισία
ἐσφράγισε τὸ στόμα μου ἐκείνην τὴν ἡμέρα
καὶ τὴν ἀκόλουθη νυχτιά ὡς ὅτου στὸν αἰθέρα
ὁ νέος ἥλιος ἔλαμψε κ' ἔστειλε μιὰν ἀχτίδα
στὴν ἄσπλαχνή μου φυλακή, ἀπ' τὴ στενὴ θυρίδα.
Τότε στὴν ὄψι ἐκύτταξα τὰ τέσσερα παιδιά μου·
εἶδα γραμμένα ἐπάνω ἐκεῖ τ' ἄγρια βάσανά μου,
κ' ἐδάγκασα τὰ χέρια μου μὲ λύσσα, μὲ μανία·
κ' ἐκεῖνα ποὺ θὰ πίστεψαν ὅτ' ἡ πολλὴ νηστεία
μ’ εἶχ’ ἀγριέψει κ’ ἤθελα νὰ φάω τὰ κρέατά μου,
σκιασμένα ἐλάχτησαν μὲ μιᾶς κι’ ἔρχοντ’ ἐκεῖ σιμά μου.
«Πατέρα, λὲν τὰ δύστυχα, φάγ’ ἀπὸ μᾶς, πατέρα,
θἆναι λιγώτερο σκληρὸς ὁ πόνος μας, πατέρα,
τὴ σάρκα, ποὺ μᾶς ἔδωκες, ἄν τήνε πάρῃς πίσω.»
Ἐφάνηκα ὅτι ἡσύχασα γιὰ νὰ μὴ τ’ ἀπελπίσω.
Ἐμείναμεν ὅλοι βουβοὶ ἐκείνην τὴν ἡμέρα,
βουβοὶ καὶ τὴν ἀκόλουθη... Πῶς τότε, σκληρὴ σφαῖρα,
ἄσπλαχνη γῆ, δὲν ἄνοιξες;... Τὴν τέταρτη ἐμπροστά μου
ὁ Γάδος μου σωριάζεται, κρατεῖ τὰ γόνατά μου
καὶ ξεψυχᾷ φωνάζοντας: «Πατέρα μου, ἐσπλαχνία!»
Καὶ καθὼς βλέπεις τώρα ἐμέ εἶδα καὶ τ’ ἄλλα τρία
ἕνα πρὸς ἕνα νὰ σβυσθοῦν τὴν πέμπτη καὶ τὴν ἕχτη.
Ὅλα μοῦ τἄφαγε ὁ θυμὸς αὐτοῦ τοῦ θεομπαίχτη.
Τυφλὸς τρεῖς μέραις τἄκραζα. Ἦτο τ’ ἀγέρι μαῦρο
κ’ ἐγύριζα ψηλαφητὰ τὰ λείψανά τους ναὕρω...
ἔπειτα ἡ πεῖνα ἐνίκησε τὴν πατρικὴ λαχτάρα....»
Εἶπε· τὰ μάτια του ἔστρηψε· τὴ φοβερὴ τὴν κάρα
ἅρπαξε πάλε λαίμαργα, πλατὺ τὸ στόμα ἀνοίγει
κι’ ἐπάνω της σἄν τὸ σκυλὶ βαθειὰ τὰ δόντια ἐμπήγει.