Σάββατο, 28 Ιανουαρίου 2012

ΠΕΡΙΚΛΗΣ ΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ (1871-1910)_Ὁ τραγουδιστής_






Ο τραγουδιστής



΄΄ Όσο για μια δεκάρα, ελπίζω να μου βρίσκεται στην τσέπη μου.``
8 Απριλίου του 1910  Θάλασσα του Σκαραμαγκά 
 
Εκείνη την βροχερή ημέρα ένας νέος άντρας γράφει την μεγαλύτερη πράξη της ζωής του.
Τον φώναζαν Περικλή αλλά είχε πολλά ψευδώνυμα…
Λωτός, Απολλώνιος, Νεοέλλην, Μαίανδρος, Θ. Θάνατος
Στεφανωμένος καβάλησε ένα άλογο που άρπαξε και μπήκε στην θάλασσα. ..
Κατόπιν με μία σφαίρα στο κεφάλι, ενώθηκε για πάντα με την ελληνική του φύση και η θάλασσα τον πήρε και τον έκρυψε στην αγκαλιά της.


Δηλώθηκε αμέσως η εξαφάνιση και έγινε μεγάλη έρευνα στην περιοχή, μα δεν τον έβρισκε κανένας παρά τις προσπάθειες. 
Τότε ξεκίνησαν οι φήμες και το μυστήριο.

.............
Πέρασαν δέκα μέρες για ν` αλλάξει γνώμη η θάλασσα και να πει στα κύματα να παραδώσουν τον Περικλή στις νύμφες και στους ποιητές που τον περίμεναν...

Κι έτσι τα κύματα παρέδωσαν τον Περικλή Γιαννόπουλο ξανά στους ανθρώπους, αλλά τον παρέδωσαν μόνο σ` εκείνους που πραγματικά θα τον τιμούσαν.





(Από αφήγηση)

Κάμποσα χρόνια αργότερα, σε ένα μικρό σπιτάκι, στην Φανερωμένη της Σαλαμίνας, ο Άγγελος*  αγνάντευε την θάλασσα.
 Έβλεπε στο βάθος την Ελευσίνα και θυμόταν το περιστατικό στον Σκαραμαγκά.
Μιλούσε για τον Περικλή πίνοντας κρασάκι, συντροφιά αρκετές φορές με τον Παναγιώτη και τον Οδυσσέα*, που του κουβάλαε τα βιβλία από τον Πειραιά.
Μετά ντυμένος όπως πάντα, στο σπιτάκι του ,με έναν λευκό και πεντακάθαρο χιτώνα, απάγγελε ποίηση, μέχρι να δύσει για τα καλά ο Ήλιος. 
Και είναι βέβαιο πως τότε δεν θα μπορούσε καν να φανταστεί , τον δικό του τραγικό θάνατο. (Αντί για το φάρμακο της καρδιάς, του έδωσαν να πιει φαρμάκι..)


Άγγελος* Σικελιανός

"...Κι έφερε η φήμη (ας ήταν μέ τού στίχου
μονάχα τήν ευγένεια νά σηκώση
τού θανάτου τόν πέπλο) πώς καταίβη
σέ άλογο απάνω, στό καθάριο κύμα
καί πώς τό στόλισε μ' ανθούς, κι εκείνος
πώς μ' αγριολούλουδα νεκροστολίστη.
Καί μπροστά στού πελάγου τά ζαφείρια
καί μπροστά στήν αρίθμητην ανάσα,
τού αρμυρού καί ηλιόλουστου αγέρα,
τό άλογο εκέντησε μπροστά στό κύμα,
σά μπρός σ' εμπόδιο, π' άλλαζε τού ανέμου
η πλήθια πνοή καί που όσο άν απλωνόταν
συντριμμένο στόν άμμο, ολόρτο πάλι,
φουσκωμένον ανέβαινεν ορμώντας.
Φωτιά δέ θά ν' ανάψωμε, στόν όχτο
τόν έρμο τούτο, τού κορμιού τού ωραίου
τή στάχτη γιά νά πάρωμε. Τό κύμα
δέν τόν εξέβρασε, ως τόν αδελφό του
τόν Σέλεϋ, μές στών φίλων του τά χέρια.
Καί κανείς στή φωτιά δέ θά νά σκύψη,
μέ τολμηρό τό χέρι, τήν καρδιά του
νά ξεσηκώση μέσα από τή στάχτη
καί μέ σέβας Ιερό, νά τηνε δείξη
στό μοναχό της τόν κριτή, τόν Ήλιο!".




Κωστής Παλαμάς

"Πάει κι ο Αντίνοος έφηβος κι ο πιο λαμπρός που ζούσε
με το όραμα ημερόφαντον ανάστασης ως πέρα
μιας ομορφιάς Ελλήνισσας, απάνου από τα λόγια,
και που γοργά τη ζήση του που ζούσε ανάμεσό μας,
και ξαφνικά, την τράβηξε μέσ' από μάς και φεύγει,
καθώς τραβάς το χέρι σου να μη σού το μολέψη
το χέρι κάποιου ανάξιου με το χαιρετισμό του." 


 
Μυρτιώτισσα

"...Ευγενικέ μας φίλε, η ωραία μορφή σου
ήταν για μάς γλυκειά παρηγοριά,
κι ήξερε ν' ανασταίν' η δυνατή ψυχή σου
όλα τα νεκρωμένα μας ιδανικά.
...Ήρθα να ιδώ την άνοιξη - μάς έλεγες στερνά -
γι' αυτήν μονάχα ήρθα στην ζωή.
Την είδα, την κατάλαβα, τής ρούφηξα τα μυστικά,
τώρα ξαναγυρίζω στη σιγή."



 



Σοφία Λασκαρίδου (Από το ημερολόγιό της)
 

«Ήταν μια ονειρεμένη πορεία, έγραψε στο ημερολόγιό της. Περάσαμε τον Ιλισό πηδώντας πάνω από τα λευκά του χαλίκια. Ανεβήκαμε πίσω από το μνημείο του Φιλοπάππου και βρεθήκαμε σε ένα κάμπο γεμάτο ασφοδελούς. Καθίσαμε στον λόφο να ξεκουραστούμε».
- Οι ασφοδελοί κλείνουν το μυστικό της λήθης, είπε ο Περικλής.
«Ο ήλιος έριχνε τις τελευταίες του ακτίνες. Τα σύννεφα έπαιζαν μακριά στη Σαλαμίνα. Κανείς δεν μιλούσε. Ύστερα έσκυψε και με φίλησε.»
Η μέρα τελείωνε. Ο Περικλής είπε:
- Η ηδονή του έρωτα, μόνο με την ηδονή του θανάτου αντισταθμίζεται.
- Με την οδύνη του θανάτου θέλεις να πεις.
Ο Γιαννόπουλος κούνησε το κεφάλι του.
-Όχι, είπε. Ο θάνατος είναι η υπέρτατη ηδονή. Η γαλήνη.

 Η μοίρα καμιά φορά, είναι σοφότερη απ’ ότι νομίζουμε. Τον θυμάμαι πάντα όμορφο. Δεν πρόλαβε να γεράσει. Άραγε να με θυμάται κι εκείνος όπως ήμουν τότε;