Τετάρτη, 22 Σεπτεμβρίου 2010

Η ΠΕΤΡΑ ΤΟΥ ΜΕΣΗΜΕΡΙΟΥ



Η ΠΕΤΡΑ ΤΟΥ ΜΕΣΗΜΕΡΙΟΥ

...κουρνιάζει στην βρεφοδόχο της αντί της ύλης των γιγάντων και στάζει στην περιφέρεια του μαγικού ματιού τις σποραδικές της σπίθες αυτομάτων κυναρίων.Τα τροχοφόρα δεν μιλούν.Είναι το θάμπος πεδιάδα μακρυνή μα περιβρέχεται και φωτίζεται επάνω από την συννεφιά από τον εκδικητή που οι στιλβωτές αποκαλούνε ήλιο και το μαράζι διαλύεται. Παρόμοια διελύθη και το ιώδιον των λυπημένων κοριτσιών και τώρα περισσότερο παρά κάθε πρωί συμπίπτουν οι χαμηλοί μας ψίθυροι και τα δύστροπα κελεύσματα μαχόμενα με την άδηλη παράτασι των κόλπων της σιωπής. Το παρατηρητήριον δεν μούχλιασε μπροστά μας. Διατηρεί την κόμη του και τίποτε μα τίποτε σ` αυτόν τον κοσμικό πυθμένα δεν έχει ψαύσει την γλυκυτάτη του προεξοχή.

                                                 Από την Υψικάμινο
                                                   του Ανδρέα Εμπειρίκου



Photobucket

 Αλλα Ποιήματα

Ανδρέας Εμπειρίκος -Οι Αθάνατοι-


Ποίηση & Λόγος adamaston.blogspot.com



Interactive computer wallpapers, Flaming Cursor, ArtDigitalDesign.com

Δευτέρα, 20 Σεπτεμβρίου 2010

ΙΣΠΑΧΑΝ (Ανδρέας Εμπειρίκος)

Photobucket
ΙΣΠΑΧΑΝ

Καταιγίς οξυτάτης μορφής εσκέπασε την χώρα.
Βράχοι ωρυόμενοι επέπεσαν κατά των πλατυγύρων
λιμνών και το πονεμένο ψάρι σύρθηκε ως τον σταθμό
των αναχωρητών.
Εκεί δεν βρέθηκε καμία βοήθεια γιατί το βέλασμα των
μεγαλοσαύρων εσκόρπισε τα φτερουγίσματά του
 κι` από `δω κι από `κει και τα μανιτάρια παρεσιώπησαν
 τα πραγματικά γεγονότα στην περιιπτάμενη γαμήλιο
πομπή των στεναγμών ενός νέου πλανήτου.
 Κατόπι δεν είχε τίποτε την ίδια σημασία.
 Η ησυχία δεν υπήρχε ως οντότης πραγματική.
 Ο όλεθρος εχαλιναγωγείτο από καμήλους.
 Οι κρόταφοι των νεκρών ανθούσαν.
 Τα λίγα περιστέρια εκοπίαζαν γιατί ο πολτός της λίμνης
είχε σχηματίσει διώρυγα στο στενώτατο σημείο του
περάσματός τους από χιλιόστομες ύβρεις καταπατημένες
με γδούπο αλλοφροσύνης μανάδων και μικρών παιδιών
ισχνοτέρων και από τα κόκκαλα μιας νυχτερίδος.

                                                                Ανδρέας Εμπειρίκος
                                                                  Υψικάμινος


Σάββατο, 18 Σεπτεμβρίου 2010

O Τόμας Στερνς Έλιοτ (Thomas Stearns Eliot, 1888 - 1965)

Δυο ποιήματα και ένα απόσπασμα .
Photobucket



Ο άνεμος πετάχθηκε στις τέσσερις η ώρα 


Ο άνεμος πετάχθηκε στις τέσσερις η ώρα
Ο άνεμος πετάχθηκε κι έσπασε τις καμπάνες
Αιωρούμενος ανάμεσα ζωής και πεθαμού
Εδώ στ` ονειρικό βασίλειο του θανάτου
Η ξύπνια ηχώ της ταραγμένης μάχης
Είν` όνειρο ή κάτι άλλο
Όταν η επίφαση του μαυρισμένου ποταμού
Είν` ένα πρόσωπο που ιδρώνει δάκρυα;
Μές` απ` τον μαύρο ποταμό κοίταξα
Την φωτιά να σείεται με ξένες λόγχες
Εδώ, απ` την άλλην όχθη του θανάτου
Ιππείς Ταρτάρων επισείουν λόγχες


Πρωί στο παράθυρο


Πιάτα πρωινού που κροταλίζουν σε κουζίνες υπογείων,
Κι ανά τις ποδοπατημένες παρυφές του δρόμου
Γνωρίζω τις υγρές ψυχές από υπηρέτριες
Βλασταίνοντας τα φυλλοκάρδια τους στις γύρω θύρες.

Κύματα καστανά της καταχνιάς σκαμπανεβάζουν πάνω μου
Μορφές στροβιλισμένες από τον βυθό του δρόμου
Κι` αρπάζουν από μια περαστική με λασπερό ποδόγυρο
Ένα χαμόγελο άσκοπο, αιώρα στον αέρα
Κι αφανίζεται στο υψόμετρο των υπερώων.


Ραψωδία σε μια νύχτα ανέμου
(Απόσπασμα)

Photobucket
Δώδεκα.
Στα κράσπεδα του δρόμου
Κρατημένα σε μια σύνθεση σελήνης,
Μαγγανείες σελήνης ψιθυρίζοντας
Διαλύουν τα πατώματα της μνήμης
Κι΄ όλες τις καθαρές της σχέσεις,
Τις ακρίβειες και διαιρέσεις.
Κάθε λάμπα δρόμου που περνώ
Κτυπάει σαν μοιραίο τύμπανο,
Κι από τα δώματα του σκότους
Τραντάζουν τα μεσάνυχτα την μνήμη
Καθώς τραντάζει ένας τρελός ένα νεκρό γεράνι.


Photobucket

Ποίηση & Λόγος adamaston.blogspot.com

Τρίτη, 14 Σεπτεμβρίου 2010

Η Δοκιμασία, η καμπάνα και το σχήμα της απουσίας. (Γ.Ρίτσος)


Δοκιμασία (απόσπασμα)

Ω Μούσα, εσύ
κάθε θρασύ
μερεύεις ήχο
στο θαλασσί
γράφεις χρυσή
αυγή : το στίχο.

Μες το τεφρό
βράδυ, ελαφρό
υψώνω χέρι
ίδιο φτερό
και στο νερό
η μορφή του χαίρει.

Ο αυλός σφυρά
και τα' αργυρά
φορώ και πάλι
μέθης χαρά
με πλημμυρά
κ' η νιότη πάλλει.

Μια μυγδαλιά
μες στα παλιά
ανθίζει ερείπια
και τα πουλιά
χτίζουν φωλιά
σε τείχη τρύπια.

Φιλιά σκορπώ
σα ν' αγαπώ
και τον εαυτό μου
κι όταν σιωπώ
και το σκοπό
ακούω του εντόμου.

Φως αμυδρό
πέφτει ιλαρό
στ' ωχρό μου στόμα
κι όλο αντιδρώ
με πνεύμα αδρό
κι ας είμαι πτώμα.

Είμαι η ψυχή
τέρμα κι αρχή
όλου του κόσμου
λυγμών βροχή
στάζει κι αχεί
πάντοτε εντός μου.

Είμαι ερπετό
κι όμως πετώ
μακριά στα πλάτια
και φυλαχτό
το φως κρατώ
στα κλειστά μάτια.

                          Γιάννης Ρίτσος
 
Photobucket              


*Σχήμα της απουσίας I

Ό,τι έφυγε, ριζώνει εδώ, στην ίδια θέση, λυπημένο, αμίλητο
όπως ένα μεγάλο βάζο του σπιτιού, που πουλήθηκε κάποτε
        σε δύσκολες ώρες,
και στη γωνιά της κάμαρας, εκεί που στέκονταν το βάζο,
απομένει το κενό πυκνωμένο στο ίδιο σχήμα του βάζου, αμετάθετο,
ν' αστράφτει διάφανο στην αντηλιά, όταν ανοίγουν πότε-πότε
        τα παράθυρα,
και μέσα στο ίδιο βάζο, πούχει αλλάξει την ουσία του
με ίδια κ' ισόποσην ουσία απ' το κρύσταλλο του άδειου,
μένει και πάλι το ίδιο εκείνο κούφωμα, λίγο πιο οδυνηρά ηχητικό
        μονάχα.
 Πίσω απ' το βάζο διακρίνεται το χρώμα του τοίχου
πιο σκοτεινό, πιο βαθύ, πιο ονειροπόλο,
σα νάμεινε η σκιά του βάζου σχεδιασμένη σε μια σαρκοφάγο ―

Kαι, κάποτε, τη νύχτα, σε μιαν ώρα σιωπηλή,
ή και τη μέρα, ανάμεσα στις ομιλίες,
ακούς βαθιά σου κάποιον ήχο οξύ, πικρό και πολυκύμαντο
σάμπως ένα αόρατο δάχτυλο να έκρουσε
κείνο το απόν, ευαίσθητο, κρυστάλλινο δοχείο.


(από τα Ποιήματα 1930-1960)

Γιάννης Ρίτσος

Photobucket




    *  Η καμπάνα

Ποιος ήταν που κρέμασε ( και πότε;) πάνω ακριβώς απ’ το τραπέζι
 καταμεσίς στο ταβάνι, αυτή τη μαύρη καμπάνα; - πριν μήνες; πριν χρόνια;
 Σκυμμένοι στο πιάτο μας, δεν την είχαμε δει. Ποτέ δε σηκώσαμε
 λίγο πιο πάνω το κεφάλι, - ποιος ο λόγος άλλωστε; Μα, τώρα,
 το ξέρουμε – είναι εκεί, αμετάθετη. Ποιος τάχα την πρωτό ‘δε; ποιος μας το ‘πε
 αφού κανείς μας δε μιλάει; Ίσως, μια νύχτα, ακολουθώντας το ποτήρι,
 στραγγίζοντας την τελευταία σταγόνα του κρασιού, μέσ’ απ’ το άδειο
 θαμπωμένο ποτήρι, να την πήρε το μάτι μας. Σκύψαμε αμέσως
 ακόμη πιο πολύ. Πεινάμε, δεν πεινάμε, τρώμε· περιμένοντας πάντα,
 από στιγμή σε στιγμή, ένα μεγάλο αόρατο χέρι να χτυπήσει την καμπάνα
 εννέα ή δώδεκα φορές ή μία και μόνη, απέραντα μόνη, απειθάρχητα μόνη,
 ενώ, από μέσα μας, μετράμε κιόλας, μήπως συμπέσουμε τουλάχιστον στους χτύπους.


Wikipedia Ιωάννης Ρίτσος 

Ποίηση & Λόγος adamaston.blogspot.com


Σάββατο, 11 Σεπτεμβρίου 2010

Σαίξπηρ (William Shakespeare)



Σ Ο Ν Ε Τ Α

(Σονέτο 18)

 Πώς να σε πω - καλοκαιριάτικο πρωί;
Έχεις πιο εύκρατη μορφή, πιο ερασμία·
γνωρίζω ανέμους που κι ο Μάης φυλλορροεί,
τα καλοκαίρια έχουν πάντα προθεσμία.

 Κάποτε καίει ο επουράνιος οφθαλμός
και της χροιάς του ο χρυσός συχνά θαμπώνει,
κάποιος μοιραίος του καιρού αναπαλμός
 την ομορφιά της ομορφιάς απογυμνώνει.

 Μα εσύ αιώνιο θα έχεις καλοκαίρι
κι η ομορφιά σου δεν θ' απαλλοτριωθεί,
δεν θα επαίρεται ο 'Aδης πως σε ξέρει
 καθώς θα γράφεσαι στου χρόνου την πληθύ.

 Όσο ζουν άνθρωποι και βλέπουν θα γυρίζουν
σ' αυτούς τους στίχους και ζωή θα σου χαρίζουν.
Ι.

Τα όμορφα πλάσματα ποθούμε να πληθαίνουν,
να μένει πάντα η καλλονή τους θαλερή,
ώστε βορά του χρόνου όταν πεθαίνουν,
ν' αφήνουν διάδοχο, τη μνήμη να φρουρεί.

Μα εσύ, στα μάτια σου τα ηλιόλουστα πιστός,
το φως ξοδεύοντας δεν σκέφτεσαι το βράδυ.
Κι όμως, μετά την πλησμονή ξεσπά ο λιμός,
κι η φλόγα πένεται μόλις σωθεί το λάδι.

Τι κι αν του κόσμου είσαι το εφήμερο στολίδι,
ο πρώτος άγγελος μιας άνοιξης γλυκιάς,
όταν στο άνθος σου το σπόρο θάβεις ήδη
κι έτσι φιλάργυρος την έρημο γεννάς;

Του κόσμου ανάλγητος χρεώστης μη φανείς:
δώσε του εκείνου τον ανθό, κι όχι της γης.



ΙΙ.
Στα μάτια, στη μορφή, στο μέτωπό σου
θα σκάψει όρυγμα βαθύ ο χειμώνας,
το χρόνο έχεις δυνάστη και σκοπό σου,
ο Άδης είναι ο μόνος σου αρραβώνας.

Κι αν έρθουν και σε βρουν απορημένοι
της λάμψης σου τι απόγινε ο χρυσός,
τα μάτια σου που σβήσαν, ποια ειμαρμένη
ανήλεη τα σάρωσε και πώς,

μια λέξη σου θ' αρκούσε ν' ακυρώσει
ό,τι μια τόση αμαύρωσε ομορφιά:
"Ζωή σε τούτο το παιδί έχω δώσει,
στην άνοιξή του ανθώ κι εγώ ξανά."

Κι έτσι θα 'ναι το σώμα σου,
παρότι θα γερνά,
ποτέ του γερασμένο.

Αλλού θα σφύζει το αίμα σου ζεστό,
κι ας τρίζει εδώ,
μες στις δικές σου φλέβες, παγωμένο.
 
III.

Δες στον καθρέφτη. Στο είδωλό σου πες:
"Καιρός έν' άλλο είδωλο να δώσεις".
Μιας μάνας μην προδώσεις τις ευχές,
το νόημα της ζωής μην αλλοιώσεις.

Χέρσα να μείνει ποια θα προτιμούσε
αντί να γεωργήσεις τον αγρό της;
Ποιος απ' τη γη να δρέψει θα ποθούσε
τον τάφο μόνο, κι όχι τον καρπό της;

Της μάνας σου ο καθρέφτης είσαι συ:
την άνοιξή της στην ακμή σου βλέπει.
Όταν το φως σου το αυγινό χαθεί,
ποιος ουρανός καινούργιος θα σε σκέπει;

Μα αν είναι η λήθη πράγματι ο σκοπός σου:
μονήρης πέθανε. Με το είδωλό σoυ.
 

ΧVIII. 
Να σε συγκρίνω με μια μέρα θερινή;
Πιο αίθρια έχεις τη μορφή, πιο αγαπημένη·
σκορπούν τα μαγιολούλουδα οι ανέμοι,
τα καλοκαίρια έχουν θητεία μικρή.

Κάποτε καίει χρυσό το μάτι τ' ουρανού
κι άλλοτε καταχνιά πυκνή το σκοτεινιάζει.
Τ' ωραίο του ωραίου πεθαίνει: θύμα του καιρού
ή άθυρμα της τύχης που όλο αλλάζει.

Αλλά ο δικός σου ο ήλιος δεν θα δύσει,
δεν θα γνωρίσει η άνοιξή σου το χαμό,
την ομορφιά σου 'Αδης θρασύς δεν θα συλήσει,
παντοτινά θ' ανθείς, σ' αυτά τα λόγια εδώ.

Όσο έχουν μάτια οι άνθρωποι, όσο έχουνε πνοή,
τόσο θα ζουν κι αυτά και θα σου δίνουνε ζωή.


LXV.

Αφού ώς κι η πέτρα κι ο χαλκός, η θάλασσα κι η γη
πάντα υποτάσσονται στο πένθος του θανάτου,
της ομορφιάς πώς γίνεται ο βλαστός ν' αντισταθεί
που από λουλούδι είναι πιο εύθραυστη η δροσιά του;

Πώς οι μελίπνοοες στιγμές του θέρους ν' αμυνθούν
εμπρός στ' ολέθριο το μένος του χειμώνα,
όταν και βράχοι απόρθητοι στο τέλος δεν κρατούν,
πύλες χαλύβδινες λυγίζουν με τα χρόνια;

Σε ποιο ερμάρι μυστικό κι ανέγγιχτο ο καιρός
το πιο ακριβό του τιμαλφές θα προστατεύσει;
Στο βήμα του τ' ορμητικό ποιος θα σταθεί φραγμός,
την αρπαγή της ομορφιάς ν' απαγορεύσει;

Κανείς, αλίμονο, κανείς. Εκτός κι ένας θεός
στάξει μες στο μελάνι μου το ανέκκλητό σου φως.



ΧC.
Αν θες να με μισήσεις, κάν' το τώρα·
τώρα, όσο ο κόσμος όλος με σταυρώνει,
τη μοίρα σύντρεξε που με σαρώνει,
μην ψάχνεις ν' αναβάλεις γι' άλλη ώρα.

Και μη ζητήσεις την πληγή ν' ανοίξεις,
άμα 'χει πρώτα λυτρωθεί η καρδιά μου.
Μην πας να παρατείνεις τα δεινά μου
κι από τ' αγιάζι στη βροχή με ρίξεις.

Αν να μ' αφήσεις θες, μην περιμένεις
απ' τους μικρούς καημούς μου να γλιτώσω,
μα χτύπα πρώτα εσύ: μεμιάς να νιώσω
τον πιο βαρύ λαχνό της ειμαρμένης.

Αφού όσα τώρα μοιάζουν τυραννία,
αν φύγεις θα φαντάζουν τόσο αστεία.



XC.
Αν θες να με ξεκάνεις, μη διστάζεις:
τώρα που όλοι με χτυπούν, χτύπα και συ.
Πεσμένο εμπρός σου μ' έχεις, τι δειλιάζεις;
φύγε, και δώσ' μου τη στερνή βολή.

Και μη μ' αφήνεις μήτε ν' ανασάνω
μήτε στιγμή σε ησυχία να κάτσω:
τώρα που σέρνομαι στο ριγκ απάνω,
δώσε μου μια, να πάω στο καναβάτσο.

Φύγε λοιπόν, ξεπούλα με όσο όσο,
μην περιμένεις ν' αναλάβω πάλι.
Συμπόνια θα μου δείξεις πιο μεγάλη,
νοκ-άουτ στα χεράκια σου αν τελειώσω.

Αφού το ξέρω: στα ρηχά πνιγμένος,
έτσι και σ' έχω χάσει, πάω χαμένος.

CXXX.
Τα μάτια της δεν μοιάζουν με ηλιαχτίδα
κι είναι τα χείλη της χλωμά μπρος στο κοράλλι.
Άμα το χιόνι είναι λευκό, έχει τα στήθη ωχρά·
μαύρα, συρμάτινα μαλλιά έχει στο κεφάλι.

Τριαντάφυλλα έχω δει ολοπόρφυρα,
μα τέτοια δεν θα βρω στα μάγουλά της.
Γεύθηκα αρώματα πολύ τερπνότερα
από τα μύρα που ανασαίνω στα φιλιά της.

Ευφραίνομαι όταν μου μιλάει κι ας ξέρω
πόσο γλυκύτερη είναι η μουσική.
Ποτέ μου δεν αντίκρισα θεά να περπατά,
μα αυτή βαδίζοντας πατάει στη γη.

Τόσο όμως στη ζωή μου βασιλεύει,
που κάθε σύγκριση άλλη περιττεύει.

Τόσο όμως τη ζωή μου κυβερνά,
που ανούσια τ' άλλα μοιάζουν. Και κενά.



William Shakespeare, Sonnets, 1609


 Μονόλογος

Έλεγα πως μπορώ να παρομοιάσω
τούτη τη φυλακή μου με τον κόσμο.
Μα επειδή μέσα στον κόσμο υπάρχουν άνθρωποι,
και εδώ δεν υπάρχει άλλη ψυχή από εμένα,
δεν το πετυχαίνω.
Κι όμως θα το βρω.
Το μυαλό μου,
θα γίνει για το πνεύμα μου η γυναίκα.
Το πνεύμα μου ο πατέρας.
Κι’ από το γάμο αυτό,
θα ‘ρθει ένα γένος στοχασμών,
που ολοένα θα γεννούνε.
Κι όλοι αυτοί οι στοχασμοί
θα πλημμυρήσουν το μικρό τούτον κόσμο,
ταραγμένοι καθώς του κόσμου οι άνθρωποι.
Γιατί ευχαριστημένοι στοχασμοί δεν υπάρχουν.
Ακόμη κι οι καλύτεροι,
όπως οι στοχασμοί μας για τα Θεία,
είναι γεμάτοι δισταγμούς
και βάζουν ως και το Θείο το Λόγο
αντίθετα στον ίδιο το Θείο Λόγο, όπως:
«Αφήστε τα παιδιά να ‘ρθούνε» από τη μια,
κι από την άλλη: «Είν’ έτσι δύσκολο να ‘ρθει κανένας,
όπως να περάσει μια καμήλα από το μάτι της βελόνας»!
Στοχασμοί με φιλόδοξους σκοπούς
σχεδιάζουν θαύματα ακατόρθωτα:
πώς θα μπορούσαν τ’ αδύνατα αυτά νύχια
ν’ ανοίξουν ένα πέρασμα
μες από τα πετρένια του σκληρού τούτου κόσμου πλευρά,
τους άγριους τοίχους αυτής της φυλακής,
και μην μπορώντας,
πεθαίνουν από την ίδια τους την περηφάνια.
Στοχασμοί που γυρεύουν ησυχία
κολακεύονται, τάχα,
πως δεν είναι ούτε οι πρώτοι που ‘ναι σκλάβοι της τύχης,
ούτε θα ‘ναι κι οι τελευταίοι.

 




 (Σαίξπηρ. Ρωμαίος και Ιουλιέτα. Μετ.: Κ. Καρθαίος. Πράξη Β΄, Σκ.2)

ΡΩΜΑΙΟΣ
Θα φύγω δίχως μια μικρή αμοιβή να ‘χω από σένα;
ΙΟΥΛΙΕΤΑ
Και ποια αμοιβή μπορείς, απόψε, να’ χεις από μένα;
ΡΩΜΑΙΟΣ
Την αγάπη σου αντάλλαγμα δος μου για τη δική μου.
ΙΟΥΛΙΕΤΑ
Εγώ κιόλα στην έδωσα, προτού μου τη γυρέψεις
εσύ. Ωστόσο θα ήθελα να σου την πάρω πίσω!
ΡΩΜΑΙΟΣ
Να μου την πάρεις; Και γιατί γλυκιά μου αγαπημένη;
ΙΟΥΛΙΕΤΑ
Για να δειχτώ γενναιόδωρη και να στην ξαναδώσω!
Όμως ποθώ κάτι που το’ χω σε αφθονία.
Η απλοχεριά μου είναι πλατιά σα θάλασσα,
κι η αγάπη μου, βαθιά καθώς αυτή: κι όσο σου δίνω,
τόσο έχω περισσότερη. Γιατί κι οι δυο τους είναι
χωρίς σωσμό.

Τετάρτη, 1 Σεπτεμβρίου 2010

Η ΠΟΡΤΟΚΑΛΕΝΙΑ

Photobucket


 


H Πορτοκαλένια


 Τόσο πολύ τη μέθυσε ο χυμός του ήλιου
Που έγειρε το κεφάλι της και δέχτηκε να γίνει
Σιγά-σιγά : η μικρή Πορτοκαλένια !

Έτσι καθώς γλαυκόλαμψαν οι εφτά ουρανοί
Έτσι καθώς αγγίξαν μια φωτιά τα κρύσταλλα
Έτσι καθώς αστράψανε χελιδονοουρές
Σάστισαν πάνω οι άγγελοι και κάτω οι κοπελιές
Σάστισαν πάνω οι πελαργοί και κάτω τα παγόνια
Kι όλα μαζί συνάχτηκαν κι όλα μαζί την είδαν
Kι όλα μαζί τη φώναξαν : Πορτοκαλένια !

Mεθάει το κλήμα κι ο σκορπιός μεθάει ο κόσμος όλος
Όμως της μέρας η κεντιά τον πόνο δεν αφήνει
Tη λέει ο νάνος ερωδιός μέσα στα σκουληκάκια
Tη λέει ο χτύπος του νερού μέσ’ στις χρυσοστιγμές
Tη λέει κι η δρόσο στου καλού βοριά το απανωχείλι :

Σήκω μικρή μικρή μικρή Πορτοκαλένια !
Όπως σε ξέρει το φιλί κανένας δεν σε ξέρει
Mήτε σε ξέρει ο γελαστός Θεός
Που με το χέρι του ανοιχτό στη φλογερή αντηλιά
Γυμνή σε δείχνει στους τριανταδυό του ανέμους !



                                                 Οδυσσέας Ελύτης 
             Ποίηση & Λόγος adamaston.blogspot.com
     


Photobucket